Η έννοια του στυλ στην ανθρωπολογία της τέχνης - ανασκόπηση του κεφαλαίου "Στυλ και Πολιτισμός" του Alfred Gell

O Alfred Gell, στο βιβλίο «Art and Agency» (1998) πραγματεύεται ανάμεσα σε πολλά και ενδιαφέροντα ζητήματα, το ζήτημα του στιλ και της σχέσης του με τον πολιτισμό, επιχειρώντας όχι μόνο την διερεύνηση της έννοιας του στιλ αλλά κυρίως την διασαφήνισή της, υπό την οπτική της ανθρωπολογίας των οπτικών τεχνών. 

Ήδη από την αρχή του κεφαλαίου, με τίτλο Style and Culture, επισημαίνεται ότι υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι ανθρωπολόγοι και οι ιστορικοί-κριτικοί της τέχνης την έννοια του στιλ. Τυπικά, οι ιστορικοί τέχνης εστιάζουν στην ατομική δημιουργία μεμονωμένων δημιουργών, στις σχολές και στα καλλιτεχνικά ρεύματα ενώ οι ανθρωπολόγοι στους «πολιτισμούς» και  στις «κοινωνίες».   

Η έννοια του στυλ, γίνεται συνήθως αντιληπτή μέσα από τις εθνογραφικές συλλογές των μουσείων ή των εκδόσεων, οι οποίες συνήθως αντιπροσωπεύουν μια συγκεκριμένη εποχή και γεωγραφική περιοχή. Συχνότερα δε, οι συλλογές και μελέτες εθνογραφικής τέχνης προέρχονται από την περίοδο της αποικιοκρατίας.

Το βασικό ερώτημα που απασχολεί τον Gell δεν είναι ιστορικό, δεν αφορά δηλαδή στη συσχέτιση συγκεκριμένων στιλ με συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους αλλά εννοιολογικό. Για αυτό το λόγο, θεωρεί ότι τα όποια συμπεράσματα πάνω στην έννοια του στιλ θα πρέπει να μπορούν να εφαρμοστούν σε οποιαδήποτε περίοδο.   

Η λέξη στιλ, αν και είναι εξαιρετικά ασαφής, εντούτοις, στο πεδίο του υλικού πολιτισμού λειτουργεί ταξινομικά και για αυτό το λόγο, ο Gell πιστεύει ότι αξίζει η διερεύνηση της έννοια του στιλ υπό την οπτική της ανθρωπολογίας. Με άλλα λόγια, η έννοια του στιλ χρησιμοποιείται με σκοπό την κατηγοριοποίηση των τεχνουργημάτων διαφόρων πολιτισμών και περιόδων σε εκείνα που μοιράζονται συγκεκριμένα στιλιστικά χαρακτηριστικά και σε εκείνα που δε μοιράζονται τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, χωρίς ωστόσο να μπορούν να αξιολογηθούν τα επιμέρους στιλιστικά χαρακτηριστικά.  

Όσον αφορά στη σχέση στιλ και πολιτισμού, οι περισσότεροι ανθρωπολόγοι φαίνεται να πιστεύουν, μάλλον διαισθητικά ότι τα τεχνουργήματα που έχουν κάποια κοινά στιλιστικά χαρακτηριστικά αποτελούν εκφράσεις ενός ευρύτερου πολιτιστικού πλαισίου, δηλαδή τα κοινά στιλιστικά χαρακτηριστικά μια ομάδας τεχνουργημάτων, σχετίζονται με κάποιες κοινές πολιτιστικές αξίες μιας κοινότητας. Ο Gell συμφωνεί ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του στυλ (ως σύνθεση στιλιστικών χαρακτηριστικών) και του πολιτισμού (ως σύνθεση δι-υποκειμενικών κατανοήσεων) αλλά θα πρέπει να υποστηριχτεί με πειστικά επιχειρήματα. Ωστόσο, προσθέτει ότι κανείς ανθρωπολόγος δεν έχει ασχοληθεί με την κριτική ανάλυση της έννοιας του στιλ και ως εκ τούτου, λόγω έλλειψης βιβλιογραφίας  θα στραφεί στην βιβλιογραφία πάνω στη τέχη και στην αισθητική.
Αρχικά, ο Gell αποφασίζει να ασχοληθεί με την έννοια του στιλ όπως αυτή ερμηνεύεται από το φιλόσοφο Richard Wollheim στη συζήτηση περί στιλ στην εικονογραφική τέχνη (1987). Αν και ο Gell δηλώνει ότι ο τρόπος που ο Wollheim αντιλαμβάνεται το στιλ δεν βρίσκει εφαρμογή στην ανθρωπολογία, εντούτοις η συζήτηση που ανοίγει είναι χρήσιμη, καθώς με το να αφαιρεί συγκεκριμένα ερωτήματα από το εύρος της στιλιστικής ανάλυσης- γιατί δεν ταυτίζονται με τα δικά του ενδιαφέροντα- καταφέρνει να σκιαγραφήσει οπτικές συμπληρωματικές με τη δική του οπτική.

Ο Wollheim διακρίνει το στιλ σε δύο μεγάλες κατηγορίες:
  • Στο γενικό/συλλογικό στιλ
  • Στο ατομικό στιλ.

Το συλλογικό στιλ υποδιαιρείται περαιτέρω στις κατηγορίες.:
  • Παγκόσμιο στιλ.
  • Στιλ των περιόδων», των σχολών και των κινημάτων (ονομάζονται«ιστορικά στυλ»).

Οι υποκατηγορίες του παγκόσμιου στιλ αναφέρονται για παράδειγμα στις διαφορές μεταξύ αναπαραστατικής ζωγραφικής (πχ. ρεαλιστική) και γεωμετρικής (πχ. αφηρημένης κτλ). Ως εκ τούτου, διάφορα στιλ που εντοπίζονται σε πολλούς πολιτισμούς και παραδόσεις, μπορούμε να πούμε ότι ανήκουν στο παγκόσμιο στιλ, όπως για παράδειγμα η διαχωριστική αναπαράσταση (split representation). Ο Gell σημειώνει ότι η αντιπαραβολή των παγκόσμιων στιλ με τα ιστορικά στιλ ενδιαφέρει ιδιαίτερα το πεδίο της ανθρωπολογίας. 

Ο Wollheim αντιπαραβάλει την οπτική του για το ατομικό στιλ, το οποίο ονομάζει  γενεσιουργό (generative), με την οπτική των ιστορικών τέχνης, τους οποίους θεωρεί ότι χρησιμοποιούν το στιλ ταξινομικά, δηλαδή για να κατηγοριοποιούν το έργο των καλλιτεχνών. Σύμφωνα με το Wooheim, ένα έργο τέχνης δεν μπορεί να ερμηνευτεί απλά με την παράθεση των στιλιστικών χαρακτηριστικών. Αντίθετα, μια στιλιστική ανάλυση για να είναι ερμηνευτική θα πρέπει να αποκαλύπτει εκείνα τα στοιχεία της δουλειάς ενός ζωγράφου που έχουν σημασία από ψυχολογική άποψη. Ως εκ τούτου, η έννοια του στιλ ταυτίζεται με την ικανότητα που διαθέτουν μόνο οι ζωγράφοι που έχουν αναπτύξει προσωπικό στιλ, να τραβούν την προσοχή του θεατή σε εκείνα τα χαρακτηριστικά της δουλειάς τους που είναι σημαντικά από αισθητικής άποψης. Για παράδειγμα το στιλ του Πικάσο, είναι η ικανότητά του να στρέφει το ενδιαφέρον του παρατηρητή στις ιδιαίτερες εικαστικές του προθέσεις, O Wollheim θεωρεί ότι ότι τα χαρακτηριστικά που ορίζουν ένα διαμορφωμένο στιλ μπορεί να είναι αφηρημένα και να μην γίνονται αμέσως αντιληπτά, ακόμη και να γίνονται αντιληπτά αφού ο παρατηρητής μάθει ότι ένας  συγκεκριμένος πίνακας ανήκει σε ένα συγκεκριμένο ζωγράφο και όχι σε κάποιον άλλον που απλά έτυχε να ζωγραφίζει με παρόμοιο τρόπο.

Οι ιδέες περί γενεσιουργού στιλ κορυφώνονται στον όρο «περιγραφές του στιλ». Οι περιγραφές του στιλ, αποτελούν περιγραφές των στιλιστικών χαρακτηριστικών του έργου ενός δημιουργού, σε ένα υψηλό επίπεδο αφαίρεσης, έτσι ώστε κάποιος να μπορεί να εκτιμήσει τη βάση πάνω στην οποία το συγκεκριμένο έργο είναι σημαντικό από ψυχολογική άποψη. Ο Wollheim αντιπαραβάλει μια τέτοια περιγραφή του στιλ από την στιλιστική περιγραφή,  που αποτελεί μια έκθεση των στιλιστικών χαρακτηριστικών του έργου παρά του δημιουργού. 

Ο  Gell σημειώνει ότι πολύ λίγα στοιχεία από τις απόψεις του Wollheim περί περιγραφής του στιλ μεμονωμένων ζωγράφων που έχουν διαμορφωμένο στιλ, μπορούν να βρουν εφαρμογή στην ανθρωπολογία της τέχνης. Φυσικά, οι ανθρωπολόγοι μπορεί να αποφασίσουν να μελετήσουν μεμονωμένους καλλιτέχνες, αλλά για τον Gell μια τέτοια εστίαση ανακεφαλαιώνει την κριτική του δυτικού πολιτισμού για την αισθητική και την τέχνη, απλά μελετώντας κάποιο εξωτικό περιβάλλον, χωρίς να απαντά στο πρόβλημα του στιλ, όπως αυτό αναδύεται από την ύπαρξη διαφόρων εθνογραφικών συλλογών.Ο Gell επιμένει ότι το αντικείμενο της ανθρωπολογίας της τέχνης δεν μπορεί να αφορά σε μεμονωμένους δημιουργούς αλλά σε πολιτισμούς, ωστόσο πιστεύει ότι υπάρχει κάτι το συναρπαστικό στις απόψεις του Wollheim ότι η στιλιστική ανάλυση πρέπει να είναι ερμηνευτική και σε ένα υψηλό επίπεδο αφαίρεσης παρά ταξινομική. Το πρόβλημα με τη συγκεκριμένη άποψη είναι ότι αφορά σε τεχνουργήματα που αποτελούν εκδηλώσεις του ατομικού στιλ ενός δημιουργού.

Παρά τις δυσκολίες εφαρμογής των ιδεών του Wollheim στο πεδίο της ανθρωπολογίας, ο Gell διερωτάται αν αυτές θα μπορούσαν να εφαρμοστούν όχι μόνο στην ανάλυση του στιλ ενός μεμονωμένου καλλιτέχνη αλλά και στην περίπτωση των γενικών ή ιστορικών στιλ, διαπιστώνοντας ότι αυτό μάλλον εξαρτάται από το είδος του υλικού που κανείς πραγματεύεται. Θεωρεί επίσης ότι ο Wollheim είναι σωστός όταν σχετίζει τα στιλιστικά ερωτήματα που αφορούν τον Πικάσο με τον ίδιο τον Πικάσο και όχι με κάποια περίοδο ή συλλογικό στιλ, ανεξάρτητα αν ο Πικάσο σχετίστηκε με κάποια κινήματα κατά τη διάρκεια της καριέρας του. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για άλλους δημιουργούς της δυτικής τέχνης που κατάφεραν να αναπτύξουν ένα ιδιαίτερο και προσωπικό στιλ, όπως ο Michelangelo, ο Ingres και άλλοι.


Τον Gell ωστόσο, δεν τον ενδιαφέρει η ανάλυση ανεξάρτητων δημιουργών αλλά η συλλογική τέχνη και οι ιστορίες που την συνοδεύουν. Μάλιστα πολλές φορές η τέχνη αυτή χαρακτηρίζεται ως παραδοσιακή λόγω των αυστηρών απαιτήσεων στιλιστικής συνοχής. Ο χαρακτηρισμός παραδοσιακός δε σημαίνει ότι δεν υπήρχε καινοτομία στην τέχνη. Αντίθετα υπήρχε συνεχής καινοτομία που ωστόσο δεν σχετιζόταν με επώνυμους δημιουργούς αλλά με την δεξιοτεχνία. Για παράδειγμα στη φυλή Μαόρι υπήρχαν καλλιτέχνες της δερματοστιξίας (τατουάζ) που είχαν αποκτήσει φήμη και απαιτούσαν ακριβότερη αμοιβή. Ωστόσο, η φήμη τους ήταν το αποτέλεσμα της υψηλής δεξιοτεχνίας τους σε σχέση με τον ανταγωνισμό και όχι επειδή τα τατουάζ τους αποτελούσαν έκφραση του δημιουργού. Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο οδοντίατρος που τον επιλέγουμε όχι επειδή η δουλειά του εκφράζει την προσωπικότητά του αλλά επειδή είναι καλός στη δουλειά του. Στα παραδοσιακά συστήματα παραγωγής λοιπόν, δεν υπήρχε πολιτιστικά αναγνωρισμένη σύνδεση μεταξύ καλλιτεχνικής αριστείας και έκφρασης της καλλιτεχνικής ατομικότητας καθώς οι φόρμες και τα μοτίβα έπρεπε να ακολουθούν αυστηρούς κανόνες της στιλιστικής συνοχής. 

Μια λύση που εξετάζει είναι η αντιμετώπιση του πολιτισμού ή της συλλογικής τέχνης ως ατομικό δημιουργό ή ως άτομο καταλήγοντας ότι αυτό είναι αδύνατον για τον εξής λόγο. Ο Πικάσο ήταν ένας εξαιρετικό ζωγράφος, εκφραστής της ατομικότητάς τους, ο οποίος ξεχώριζε σε σύγκριση με διάφορους άλλους λιγότερο σημαντικούς ζωγράφους, οι οποίοι δεν είχαν καταφέρει για διαμορφώσουν το προσωπικό τους στιλ. Οι άλλοι ζωγράφοι δηλαδή αποτελούσαν το φόντο μπροστά από το οποίο διακρίθηκε ο Πικάσο. Η ίδια λογική ωστόσο, δεν ισχύει στην περίπτωση των συλλογικών τεχνών καθώς αυτές αποτελούν το φόντο πάνω στο οποίο το στιλ μπορεί να αποκτήσει ατομικότητα. Με αυτήν την έννοια λοιπόν, το πολιτιστικό στιλ δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ατομικό καθώς απουσιάζει το φόντο, ούτε μπορεί κάποιος να συγκρίνει δύο διαφορετικά πολιτιστικά στιλ όπως για μπορεί να συγκρίνει δύο ζωγράφους, για παράδειγμα τον Πικάσο και το Μπράκ που διακρίθηκαν μέσα στο πλαίσιο της τέχνης του 20ου αιώνα. 


Μερικοί ανθρωπολόγοι είναι ικανοποιημένοι να αντιμετωπίζουν την έννοια του στιλ ως ένα ταξινομικό εργαλείο αν και οι περισσότεροι συσχετίζουν το στιλ με το νόημα, δηλαδή συσχετίζουν τα χαρακτηριστικά των τεχνουργημάτων με άλλες παραμέτρους του πολιτισμού όπως με τη θρησκεία, τις αξίες, τη συγγένεια, την πολιτική κτλ. Καθώς συχνά οι εν λόγω σχέσεις γίνονται αντιληπτές μέσω της εικονογραφίας η ανθρωπολογική έννοια του στιλ μοιρολατρικά ταυτίστηκε με τη σημειωτική. Ωστόσο, ο Gell σημειώνει ότι η συσχέτιση σημειωτικής και ανθρωπολογίας στην τέχνη είναι λανθασμένη.

Το ερώτημα που θέτει παρακάτω είναι αν τα τυπικά χαρακτηριστικά των τεχνουργημάτων σχετίζονται με άλλες παραμέτρους του πολιτισμού. Αν ναι τότε η ανθρωπολογική έννοια του στιλ θα πρέπει να εστιάσει στην ψυχολογική σημασία των τεχνουργημάτων και στη σχέση τους με τις πολιτιστικές παραμέτρους. Μια πολιτιστική περιγραφή του στιλ, αποτελεί μια αφηρημένη έκθεση των χαρακτηριστικών των τεχνουργημάτων σε σχέση με την ικανότητά τους να γνωστοποιούν / θεματοποιούν ουσιαστικές πολιτιστικές παραμέτρους.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου