Βελόνες, χάντρες και κλωστές στις απαρχές του ανθρώπου

Η βελόνα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία που εφηύρε ο άνθρωπος και η χρήση της χρονολογείται ήδη από την παλαιολιθική εποχή. Βέβαια, οι πρώτες βελόνες κατασκευάζονταν από οστό ή ξύλο και χρησιμοποιούνταν αρχικά για να ενώνουν κομμάτια δέρματος μεταξύ τους. 

Όσον αφορά στα αρχαιολογικά ευρήματα, βελόνες έχουν ανακαλυφθεί σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Για παράδειγμα, στο σπήλαιο Sibudu, στη Ν. Αφρική, βρέθηκε μια μύτη που πιθανόν να αποτελεί τμήμα βελόνας και χρονολογείται 61.000 χρόνια πριν (πηγή). Στη Ρωσία επίσης, στην περιοχή Kostenki βρέθηκαν βελόνες από ελεφαντόδοντο που χρονολογούνται 30.000 πριν (πηγή). Στο σπήλαιο Potok στης Σλοβενίας βρέθηκε οστέινη βελόνα, που χρονολογείται στην Ωρινάκια πολιτιστική φάση, δηλαδή 47.000-40.000 χρόνια πριν (πηγή). Στην Ευρώπη, η χρήση της βελόνας θεωρείται ότι ξεκίνησε κατά την Γκραβέττια πολιτιστική φάση (26.000-20.000 π.Χ) (2003, σελ.10). Μάλιστα, η βελόνα ως εργαλείο χρησιμοποιείται από τους επιστήμονες, προκειμένου να διακρίνουν την Γκραβέττια πολιτιστική φάση από την παλαιότερη, την Ωρινάκια. Ωστόσο, ήδη από την Ωρινάκια φάση, οι άνθρωποι μπορούσαν να κατασκευάζουν λεία μυτερά εργαλεία που χρησιμοποιούνταν ως καρφίτσες από οστά και κέρατα.

Aiguille os 246.1 Global.jpg
Βελόνες από την Μαγδαλένια πολιτιστική φάση (17.000-12.000πΧ), βρέθηκαν στο Gourdan-Polignan, Μουσείο Τουλούζης, Γαλλία. 
"Aiguille os 246.1 Global" by Didier Descouens - Own work. Licensed under CC BY-SA 4.0 via Wikimedia Commons.
Πρωτόγονα κοσμήματα με χάντρες.
Οι βελόνες, μαζί με άλλα μυτερά εργαλεία (σουβλιά) έδιναν τη δυνατότητα στον άνθρωπο να ενώνει μεταξύ τους κομμάτια δέρματος αλλά και διάφορα μικροαντικείμενα, όπως τρύπια βότσαλα, όστρακα, κουκούτσια, σπόρους και δόντια. Το γεγονός, ότι ο παλαιολιθικός άνθρωπος συνέδεε μεταξύ τους μικροαντικείμενα δημιουργώντας πρωτόγονα κοσμήματα συνεπάγεται ότι μπορούσε να κατασκευάζει και κάποιου είδος σκοινιού ή κλωστής. Στο σπήλαιο Cave of the Children στη Ν. Γαλλία, ανακαλύφθηκαν τέτοιες πρωτόγονες χάντρες, τοποθετημένες ωστόσο με μεγάλη επιμέλεια πάνω στο κρανίο ενός νεκρού. Το στοιχείο της επιμελημένης τοποθέτησης, δείχνει ότι οι χάντρες ήταν στερεωμένες πάνω σε ένα πρωτόγονο ύφασμα, δηλαδή αποτελούσαν τη διακόσμησης ενός κεφαλόδεσμου ή καπέλου. Πρωτόγονες χάντρες από πέτρες και δόντια έχουν επίσης βρεθεί στην La Quina, στη Γαλλία και χρονολογούνται στο τέλος της τελευταίας παλαιολιθικής περιόδου (περίπου το 38.000 π.Χ). Μαζί με τις χάντρες βρέθηκαν ίχνη από τένοντες και έντερα που πιθανόν χρησιμοποιούνταν ως κλωστές συγκράτησης των χαντρών. 

Η κατασκευή κλωστικών ινών.
Η γνώση κατασκευής κλωστικών ινών, νημάτων, σκοινιών κλπ. θεωρείται παλαιότερη από την ανάπτυξη της κεραμικής και προηγείται φυσικά της κατασκευής σύνθετων υφασμάτων. Αρχικά, ο πρωτόγονος άνθρωπος άρχισε να κατασκευάζει ίνες και σκοινιά από τένοντες και έντερα ζώων. Τα σκοινιά αυτά τα χρησιμοποιούσε στην κατασκευή εργαλείων, όπως για παράδειγμα την στερέωση των λίθινων εργαλείων στις ξύλινες λαβές. Μάλιστα, ο άνθρωπος είχε ανακαλύψει ότι οι ίνες αποκτούσαν μεγαλύτερη αντοχή αν συστρέφονταν. Η χρήση εντέρων και τενόντων στην κατασκευή σκοινιών και ινών συνεχίστηκε για πολλούς αιώνες αργότερα και επιβίωσε ακόμη και στη σημερινή εποχή. Για παράδειγμα, οι Λάπωνες (φυλή Σάμι) ράβουν το παραδοσιακό ένδυμα Gakti χρησιμοποιώντας δέρμα και τένοντες ταράνδου (πηγή). Επίσης, τα έντερα ζώων χρησιμοποιούνταν μέχρι και πρόσφατα στην κατασκευή χορδών μουσικών οργάνων, ρακετών τένις, ως χειρουργικά ράμματα, κλπ, ενώ πριν την εφεύρεση των συνθετικών ινών, στα μέσα του 20ου αιώνα, η κατασκευή χορδών από έντερα προβάτου, αλόγου ή γαϊδάρου αποτελούσε μια διαδεδομένη και επικερδή πρακτική. 

Εκτός, από ζωικές ίνες ο προϊστορικός άνθρωπος χρησιμοποιούσε και φυτικές ίνες. Στο σπήλαιο Lasceux, στη Ν. Γαλλία βρέθηκε ένα απολιθωμένο κομμάτι σχοινιού/ κορδονιού,  κατασκευασμένο από τρεις ίνες που προέρχονταν πιθανόν από φλοιό δέντρου, και χρονολογείται το 18.000-15.000 π.Χ (πηγή). Το κομμάτι αυτό θεωρείται το παλαιότερο δείγμα υφάσματος στην Ευρώπη καθώς και το μοναδικό αρχαιολογικό εύρημα, που να δείχνει ότι ο  άνθρωπος  της παλαιολιθικής εποχής επεξεργαζόταν τις ίνες για να φτιάχνει συνθετότερες κατασκευές. Ωστόσο, το κομμάτι αυτό είναι πολύ πρωτόγονο για να θεωρηθεί σύνθετο ύφασμα. Το αμέσως νεότερο δείγμα πρωτόγονου υφάσματος, αποτελεί ένα δίχτυ ψαρέματος, κατασκευασμένο από φλοιούς ιτιάς, που βρέθηκε στην περιοχή Antrea, στο ακρωτήριο Karelian στη Φινλανδία και χρονολογείται το 9.000 ή 8.000 π.Χ. Παρόμοια δίχτυα βρέθηκαν και στην ανατολική Γερμανία, στο Friesac κοντά στο Potsdam. Νεότερα ευρήματα, όπως σκοινιά, δίχτυα, χαλιά και υφαντά κομμάτια, το ένα μάλιστα βαμμένο μπλε και διακοσμημένο με χάντρες και κοχύλια. χρονολογούνται το 7160-6150 π.Χ και βρέθηκαν στο σπήλαιο Hemel στην έρημο της Ιουδαίας

Επίσης, στον οικισμό Tybrind Vig, στη Δανία βρέθηκε μια μια σειρά κομματιών υφάσματος που χρονολογούνται το 4200 π.Χ. Οι ίνες κατασκευάστηκαν από φλοιούς ιτιάς, πλέχτηκαν μεταξύ τους χωρίς κόμπους. Τα πιο καλοφτιαγμένα κομμάτια μοιάζουν με πρωτόγονα πλεκτά, ενώ άλλα μοιάζουν με χαλαρά δίχτυα. Η χρήση των υφασμάτων αυτών πρέπει να αφορούσε στην κατασκευή τσαντών, ρούχων, καλαθιών κλπ. Αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη υφασμάτων αποτελούν και τα αποτυπώματα σκοινιών και υφασμάτων που βρίσκουμε σε κεραμικά κομμάτια, όπως για παράδειγμα στην Τσεχία που χρονολογούνται 26.000 χρόνια πριν (πηγή). Από την ίδια περίοδο έχουν βρεθεί και γυναικείες φιγούρες που φαίνεται να φορούν κάποιου είδους ύφασμα.

Η επικράτηση των ινών από λινάρι και κάνναβι. 
Με το πέρασμα των χρόνων η παραγωγή κλωστικών ινών από συγκεκριμένα φυτά, όπως από λινάρι, κάνναβι, τσουκνίδα, ραμί, διαδόθηκε σε πολλές περιοχές και αναπτύχθηκε περισσότερο σε σχέση με τη χρήση εντέρων, φλοιών δέντρων, καλαμιών κλπ. Ευρήματα, που αποδεικνύουν τη χρήση λιναριού και κάναββις σε περιοχές της Ευρώπης, της κεντρικής Ασίας και του Περού χρονολογούνται από την εποχή του λίθου, ωστόσο δεν έχουν βρεθεί δείγματα πριν το 6.000-4.000 πΧ.   

Βέβαια, παρόλο που επικράτησε το λινάρι και η κάνναβις, πολλά φυτά, όπως το μπαμπού, το ρατάν, τα καλάμια, τα βούρλα, κλπ  συνέχισαν να χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ινών μέχρι και σήμερα. Για παράδειγμα, οι τεχνίτες της καλαθοπλεκτικής συνεχίζουν να χρησιμοποιούν ευλύγιστα κλαδιά και καλάμια όπως και ο προϊστορικός άνθρωπος. Μάλιστα, η καλαθοπλεκτική αποτελεί μία από τις λιγοστές τέχνες που δεν εκβιομηχανίστηκαν ποτέ και έτσι οι παραδοσιακές μέθοδοι κατασκευής μεταφέρθηκαν σχεδόν αυτούσιες στη σημερινή εποχή. Σε περιοχές του Ειρηνικού και της Καραιβικής, οι ντόπιοι χρησιμοποιούν φύλλα φοίνικα για να πλέξουν καπέλα, τσάντες ή ακόμη και για να κατασκευάσουν τους τοίχους των σπιτιών τους. Σε περιοχές της Νοτιοδυτικής και Λατινικής Αμερικής χρησιμοποιούν τη Γιούκα και το Σιζάλ για την κατασκευή ινών, ενώ μερικές πρωτόγονες φυλές χρησιμοποιούν το φλοιό των δέντρων για να φτιάξουν κανό και υποδήματα. Όσον αφορά στην Ιαπωνία, οι ερευνητές, μελετώντας αποτυπώματα υφασμάτων πάνω σε κεραμικά αντικείμενα, (εποχή Jomon 10.000-300 πΧ) διαπιστώνουν ότι ως ίνες χρησιμοποιούνταν φλοιοί δέντρων και κλαδιά αμπελιών. Άλλωστε, η κάναββις εισήχθη στην Ιαπωνία στο τέλος περίπου της περιόδου Jomon και για αυτό ακόμη και σήμερα συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται ίνες από φλοιούς δέντρων και μακριά φύλλα. 

Η διάδοση του λιναριού και της κάναββις οφείλεται εν μέρει στην ευκολία της καλλιέργειας των φυτών και στην προσαρμόστικότητά τους σε διάφορα κλίματα και εδάφη. Περί το 5.000 π.Χ το λινάρι άρχισε να καλλιεργείται σε περιοχές του σημερινού Ιράν, Ιράκ, ενώ περί το 3000 π.Χ η καλλιέργειά του επεκτάθηκε νοτιοδυτικά προς τη Συρία και την Αίγυπτο αλλά και βορειοδυτικά φτάνοντας μέχρι τη Γερμανία και την Ελβετία. Την ίδια περίοδο η κάναββις, άρχισε να επεκτείνετε από την κεντρική Ασία προς τη Β. Κίνα. Ειδικά στην Κίνα, οι ίνες από κάνναβι μαζί με τις ίνες από έντερα ελαφιών και τένοντες, αποτελούσαν τις μοναδικές ίνες, πριν την εισαγωγή του Ραμί και του βαμβακιού. Η κάναββις εξαπλώθηκαν και βορειοδυτικά προς τη Γερμανία και τη Ελβετία, όπου και βρέθηκαν σπόροι που ράδιο-χρονολογήθηκαν περί το 5500-4500 πΧ. 

Όσον αφορά στο λινάρι, σήμερα υπάρχουν δεκάδες ποικιλίες του φυτού αυτού, και χρησιμοποιείται εκτός από την παραγωγή κλωστικών ινών και για διάφορους λόγους, όπως για την παραγωγή λιναρόσπορου, θεραπευτικών σκευασμάτων, λαδιών κλπ. Η κάνναβις επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο, ως τρόφιμο, για θεραπευτικούς λόγους, ενώ σε διάφορους πολιτισμούς χρησιμοποιήθηκε ως ψυχοτρόπος ουσία σε θρησκευτικές τελετές. 

Συμπερασματικά λοιπόν, έχει αποδειχτεί ότι από ήδη από την προϊστορική εποχή, ο άνθρωπος είτε ως κυνηγός, είτε ως ψαράς, είτε ως αγρότης, είτε ως νομάς, επεξεργαζόταν μια πλειάδα πρώτων υλών, αφενός ζωικών (έντερα, δέρματα, τένοντες κλπ) αφετέρου φυτικών (καλάμια, φλοιούς, φύλλα, λινάρι, κάνναβι κλπ) για να φτιάξει αρχικά κλωστικές ίνες και στη συνέχεια πιο σύνθετα προϊόντα, όπως κορδόνια, σχοινιά, κόσκινα, δίχτυα, παγίδες, ενδύματα, κλπ.

Τα νήματα από τρίχες ζώων
Όσον αφορά, στις ίνες από τρίχες ζώων, η επεξεργασία και χρήση τους πρέπει να ξεκίνησε σχετικά αργά. Αποδεδειγμένα η χρήση μάλλινων νημάτων για τη δημιουργία ενδυμάτων χρονολογείται περί το 4.000 π.Χ αν και το πρόβατο, ως είδος, πρέπει να εξημερώθηκε, πολύ νωρίτερα, περί το 9.000 π.Χ στα υψίπεδα του βόρειου Ιράκ. Ωστόσο, η χρήση ζωικών ινών για την κατασκευή υφασμάτων μπορεί να είναι και πρωιμότερη. Για παράδειγμα, στο Jarmo του βορειοδυτικού Ιράκ, βρέθηκαν λίθινα αδράχτια και σφονδύλια (7250-7000πΧ) ενώ στο Nahal Mishmar, στην Ιεριχώ της Παλεστίνης, βρέθηκαν λινά κομμάτια υφάσματος και κομμάτια μαλλιού, μερικά μάλιστα βαμμένα με διάφορα χρώματα. 

Περί το 3500-3000 πΧ. η εκτροφή προβάτων αποτελούσε ήδη σημαντική παραγωγική διαδικασία στη Σουμερία. Αντίστοιχα, στις περιοχές των Άνδεων, τα ζώα που χρησιμοποιούνταν για την λήψη του μαλλιού ανήκαν στην κατηγορία των καμηλιδών (αλπακά και λάμα). Σε αυτές τις περιοχές, η κατεργασία του μαλλιού θεωρείται πρωιμότερη της κεραμικής.  

Η ανάπτυξη της τεχνολογία της κλώσης. 
Όπως είναι γνωστό, οι περισσότερες τρίχες ζώων είναι κοντές. Αυτό σημαίνει, ότι προκειμένου να μετατραπούν σε μακριά νήματα, πρέπει να υποστούν την κλώση. Ενδεχόμενα, λοιπόν η ανάπτυξη της τεχνολογίας της κλώσης και των αντίστοιχων εργαλείων (αδράχτι, ρόκα, κλπ) να συσχετίζεται με τη χρήση των κοντών τριχών ζώων αν και δεν υπάρχουν σαφή ευρήματα. Ωστόσο, ήδη από το 4.000-3.000 π.Χ η κατασκευή κλωστικών ινών από τρίχες ζώων έχει αναπτυχθεί και διαδοθεί σε πολλές περιοχές του κόσμου. Από το 3.000 π.Χ είναι γνωστές οι ιδιότητες των μάλλινων ενδυμάτων που προσφέρουν ζέστη και έχουν ελαστικότητα και των υφασμάτων από φυτικές ίνες που προσφέρουν άνεση.

Οι ίνες από βαμβάκι. 
Όσον αφορά στις ίνες από βαμβάκι, αυτές άρχισαν να χρησιμοποιούνται στην Ινδία, στα τέλη της νεολιθικής εποχής και στις ακτές του Εκουαδόρ και του Περού. Επίσης, στην Ιορδανία, στην Dhuweila, βρέθηκαν ίχνη βαμβακερών ινών που χρονολογήθηκαν το 4.450-3.000 π.Χ. Ωστόσο, μπορεί να έγινε εισαγωγή βαμβακερών ινών είτε από την Ινδία είτε από το σημερινό Σουδάν και την Αιθιοπία όπου καλλιεργούνταν μια διαφορετική ποικιλία βαμβακιού.

Η δημιουργία σύνθετου υφάσματος.
Στο τέλος της Νεολιθικής περιόδου, οι άνθρωποι είχαν ήδη αναπτύξει μια ποικιλία σύνθετων τεχνικών και επεξεργάζονταν διάφορα υλικά προκειμένου να κατασκευάζουν κλωστικές ίνες και υφάσματα.

Ζητήματα που αφορούν στην αρχαιολογία του υφάσματος.
Το ύφασμα αποτελεί ένα από τα πιο ευαίσθητα υλικά με μικρή αντοχή στο χρόνο και στις φθορές. Ως εκ τούτου τα αρχαιολογικά ευρήματα είναι λιγοστά σε σχέση με τα λίθινα και τα κεραμικά ευρήματα. Αυτό σημαίνει, ότι η γνώση των ερευνητών γύρω από την τεχνολογία του υφάσματος είναι περιορισμένη, ειδικά όταν πρόκειται για περιόδους όπως η παλαιολιθική. Πολλές φορές, μάλιστα οι ερευνητές έχουν αναγκαστεί να αναθεωρήσουν διάφορες απόψεις, καθώς νέες ανακαλύψεις προσθέτουν νέα στοιχεία. Ωστόσο, το παζλ των ευρημάτων συμπληρώνουν και διάφορα κεραμικά ευρήματα πάνω στα οποία έχουν αποτυπωθεί υφάσματα και σκοινιά. 

Βιβλιογραφία και πηγές:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου