Χειροτεχνία Vs Τέχνη: Μια σύντομη ιστορική διαδρομή

Από την απαρχή του ανθρώπου μέχρι την Αναγέννηση: Η διαμάχη μεταξύ μηχανικών και ελεύθερων τεχνών

Από την απαρχή του ανθρώπου μέχρι τις πρώτες ανακαλύψεις εργαλείων και τη σημερινή ψηφιακή εποχή, οι υλικές δημιουργίες του ανθρώπου, όπως τα αγγεία, τα κτίρια, τα έπιπλα, οι εικόνες, τα όπλα, τα οχήματα, κτλ. αποτελούν σημαντικά στοιχεία του ανθρώπινου πολιτισμού. Ωστόσο, για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, το κύρος του χειρωνάκτη, δηλαδή του ανθρώπου που καταπιάνεται με την ύλη, ήταν και συνεχίζει να είναι χαμηλό. Ένας βασικός λόγος αυτού του υποβιβασμού, είναι η ίδια η φύση της χειρωνακτικής εργασίας, που απαιτεί συχνά έντονη σωματική κόπωση.


Ενώ το κύρος του χειροτέχνη και η αμοιβή του είναι χαμηλή, το αγαθό που παράγεται από τα χέρια του μπορεί να έχει μεγάλη αξία και να θεωρείται σύμβολο εξουσίας, πλούτου και υψηλής κοινωνικής θέσης. Για παράδειγμα, το αντίγραφο μιας βίβλου κατά το μεσαίωνα θεωρούνταν ανεκτίμητος θησαυρός για ένα μοναστήρι, ωστόσο οι ανώνυμοι μοναχοί που το έγραψαν και το εικονογράφησαν δεν ήταν τίποτα περισσότερο από απλοί εργάτες. Τα ακριβά ενδύματα των αριστοκρατών, θεωρούνταν σύμβολο υψηλής κοινωνικής τάξης, ωστόσο οι κεντήτριες και οι μοδίστρες που δούλευαν μερόνυχτα πάνω στο ρούχο ανήκαν στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Όσο περισσότερες εργατοώρες και υψηλή δεξιοτεχνία απαιτεί η κατασκευή ενός αντικειμένου τόσο περισσότερο αυξάνεται η συμβολική του αξία. 

Η συμβολική αξία ενός χειροποίητου αντικειμένου καθορίζεται από δύο παράγοντες: αφενός από την αισθητική υπεροχή του ίδιου του αντικειμένου και αφετέρου από την ικανότητα του πελάτη να παραγγέλνει την κατασκευή του αντικειμένου και να αναλαμβάνει το υψηλό κόστος της παραγγελίας. Το κόστος της κατασκευής καθορίζεται από τα υλικά (όσο πιο σπάνια τόσο πιο ακριβά) και από τις εργατοώρες που απαιτούνται για την κατασκευή. Αυτός είναι και ένας λόγος που συχνά εκτιμώνται περισσότερο τα ψιλοδουλεμένα χειροποίητα αντικείμενα σε σύγκριση με τα απλούστερα, ακόμη και αν τα απλούστερα είναι αισθητικά ανώτερα.  

Η γενικότερη άποψη, από την αρχαία Ελλάδα μέχρι το Μεσαίωνα, ήταν ότι όλες οι διαδικασίες παραγωγής υλικών αγαθών, είτε επρόκειτο για ζωγραφική, είτε για γλυπτική, είτε για κεραμική, είτε για κατασκευή πλοίων, οι οποίες περιελάμβαναν χειρωνακτική εργασία θεωρούνταν κατώτερες των πνευματικών εργασιών. Βέβαια, το κύρος του μάστορα μπορούσε να διαφέρει ανά περιοχή και εποχή. Για παράδειγμα η κοινωνική θέση του γλύπτη στην Αίγυπτο ήταν υψηλότερη από της Αρχαίας Ελλάδας καθώς στην Αίγυπτο το γλυπτό αντικείμενο είχε ιερό χαρακτήρα και θεωρούνταν η κατοικία της ψυχής. Ένα άλλο παράδειγμα αποτελούν οι καλλιγράφοι της Αραβικής γλώσσας, οι οποίοι έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης καθώς αναλάμβαναν τη γραφή αποσπασμάτων  από το κοράνι.

Οι χειροτεχνίες ονομάζονταν "μηχανικές" τέχνες (στα λατινικά ars και αργότερα arts) και δεν διδάσκονταν σε ακαδημίες και σχολές παρά μόνο στα εργαστήρια με τη μορφή της μαθητείας. Στον αντίποδα των μηχανικών τεχνών, βρίσκονταν οι ελεύθερες ή ελευθέριες τέχνες όπως η γεωμετρία, η αστρονομία, η αριθμητική, η ποίηση, η ρητορική, η διαλεκτική, η γραμματική, η φιλοσοφία κτλ. που αποτελούσαν θεόπνευστα, πνευματικά λειτουργήματα. Η πλούσια πεδία των πνευματικών ανθρώπων προϋπέθεταν καταγωγή από ελευθέρους και εύπορους γονείς σε αντίθεση με το σύνολο των καλλιτεχνών που θεωρούνταν απλοί τεχνίτες και χειρωνάκτες. Ένα επιπλεόν επιβαρυντικό στοιχείο που αφορούσε όλους του τεχνίτες που εργάζονταν με τα χέρια τους ήταν ότι ασκούσαν το επάγγελμά τους με σκοπό το βιοπορισμό και όχι τη δόξα. 

Ακόμη και μέχρι τα μέσα της Αναγέννησης, οι εικαστικές τέχνες συνέχισαν να θεωρούνται επιτηδεύματα και οι καλλιτέχνες όφειλαν να εγγράφονται υποχρεωτικά σε κάποια συντεχνία. Αρχιτέκτονες, γλύπτες και ζωγράφοι ανήκαν σε διαφορετικές συντεχνίες και μάλιστα συγκαταλέγονταν στα χαμηλά μέλη τους (sottoposti dell’arte). Οι γλύπτες και οι αρχιτέκτονες ανήκαν στη «Συντεχνία των οικοδόμων και ξυλουργών», ενώ οι ζωγράφοι στεγάζονταν στη «Συντεχνία των γιατρών και φαρμακοποιών» (medici e speciali), που φιλοξενούσε εμπόρους οι οποίοι προμήθευαν με φάρμακα και με χρώματα τα διαφορετικά αυτά επαγγέλματα (πηγή).

Η επίδραση της Αναγέννησης: Ο διαχωρισμός της χειροτεχνίας από την τέχνη

Κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης η ζωγραφική, η γλυπτική και η αρχιτεκτονική μετά από αρκετές διαμάχες και τη δημοσίευση διαφόρων θεωρητικών κειμένων κατάφεραν να διαχωριστούν από τις μηχανικές τέχνες και να κατηγοριοποιηθούν στις ελεύθερες τέχνες. Οι τρεις αυτές κατηγορίες καλλιτεχνών ανακάλυψαν και προσπάθησαν να αναβιώσουν τις κλασικές λειτουργίες της τέχνης της αρχαιότητας, εισάγοντας στη μαθητεία τους την προοπτική, την γεωμετρία, την ανατομία και την κλασσική λογοτεχνία. Όσον αφορά στις άλλες τέχνες, αυτές συνέχισαν να διδάσκονται στα παραδοσιακά εργαστήρια των χειροτεχνών. 

Ο Leonardo da Vinci, όχι μόνο υποστήριζε την ανωτερότητα της ζωγραφικής έναντι των χειροτεχνιών αλλά θεωρούσε ότι η ζωγραφική είναι ανώτερη και από όλες τις εικαστικές τέχνες. Για να υποστηρίξει την ανωτερότητα της ζωγραφικής έναντι της γλυπτικής χρησιμοποίησε μάλιστα μάλιστα το ίδιο επιχείρημα που χρησιμοποιούσαν και οι υποστηρικτές της ανωτερότητας των ελευθέρων τεχνών έναντι των εικαστικών. Υποστήριζε δηλαδή, ότι ο γλύπτης ιδροκοπά προκειμένου να σμιλέψει το σκληρό μάρμαρο και δουλεύει σκονισμένος ενώ αντίθετα ο ζωγράφος κάθετε άνετα μπροστά στο έργο του  ακούγοντας μουσική και κινώντας ανάλαφρα το πινέλο του.

Η ταυτότητα των καλλιτεχνών που οικοδομήθηκε την περίοδο της Αναγέννησης ισχυροποιήθηκε ακόμη περισσότερο με τη δημιουργία ακαδημιών τέχνης: Το 16ό αιώνα ιδρύθηκε στη Φλωρεντία υπό την επιρροή του Giorgio Vasari η ακαδημία των τεχνών του σχεδίου, ακολούθησε η Γαλλία τον 17ο αιώνα την εποχή του Λουδοβίκου του 14ου, η Αγγλία τον 18ο αιώνα και σταδιακά, το 19ο αιώνα ιδρύθηκαν ακαδημίες τέχνης σε όλη την Ευρώπη. Πλέον, η ζωγραφική, η γλυπτική και η αρχιτεκτονική όχι μόνο είχαν αποκοπεί από τις μηχανικές τέχνες, αλλά σύντομα έγινε αντιληπτό ότι αποτελούσαν έναν ανεξάρτητο κλάδο. 

Τελικά το 18ο αιώνα,  οι εικαστικές τέχνες ονομάστηκαν "Beaux arts". Από τον συγκεκριμένο ορισμό που παρέπεμπε στην ομορφιά προέκυψε και ο ορισμός "Fine Arts". Σταδιακά, οι ακαδημίες τεχνών εξελίχτηκαν σε πανίσχυρα ιδρύματα με υψηλό κοινωνικό κύρος ενώ οι λοιποί κλάδοι των χειροτεχνιών παρέμειναν ταπεινές χειρωνακτικές εργασίες. 

Η έλευση της βιομηχανικής επανάστασης: Η εξαφάνιση των χειροτεχνιών.

Παρά το χαμηλό κύρος και τις χαμηλές αμοιβές των χειροτεχνών, αυτές εξακολουθούσαν να επιβιώνουν. Ωστόσο, η βιομηχανική επανάσταση εισήγαγε τις μηχανές σε όλους του τομείς της παραγωγής απειλώντας με εξαφάνιση σχεδόν το σύνολο των κλάδων της χειροτεχνίας. Βέβαια, ο βαθμός εκβιομηχάνισης διέφερε από κλάδο σε κλάδο και από χώρα σε χώρα: Για παράδειγμα η υφαντουργία αποτέλεσε τον κλάδο που βιομηχανοποιήθηκε στο σύνολό του ενώ η καλαθοπλεκτική σχεδόν καθόλου. Ωστόσο, η ζήτηση για χειροποίητα καλάθια μειώθηκε καθώς ανακαλύπτονταν σύγχρονα υλικά. Αργά ή γρήγορα το σύνολο των αγαθών που παράγονταν με τα χέρια πέρασε στη βιομηχανία εξαφανίζοντας ολόκληρους επαγγελματικούς κλάδους. 

Επίσης, ο βαθμός εκβιομηχάνισης διέφερε από χώρα σε χώρα. Η Ιταλία για παράδειγμα, σε σχέση με τις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες επηρεάστηκε λιγότερο από την βιομηχανική επανάσταση. Ως χερσόνησος, ήταν διαιρεμένη σε μικρά βασίλεια και πολιτείες, κάθε ένα από τα οποία αγωνίζονταν να διατηρήσει την ανεξάρτητη ταυτότητα του και να κυριαρχήσει στα άλλα βασίλεια. Καθώς λοιπόν, δεν υπήρχε κεντρική διοίκηση που θα μπορούσε να οργανώσει τη εκβιομηχάνιση της χώρας, οι παραδοσιακές διαδικασίες παραγωγής και οι χειροτέχνες μπόρεσαν να επιβιώσουν. 

Επίσης, διάφορες περιοχές της Ιταλίας είχαν μακρά παράδοση σε συγκεκριμένες μορφές χειροτεχνίας, που πολλές φορές ξεκινούσε δεκάδες χρόνια πριν στην περίοδο της αναγέννησης ή του μεσαίωνα. Ένα παράδειγμα είναι οι νησίδες Μουράνο, στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας, πάνω στις οποίες δραστηριοποιούνται με επιτυχία, από τον 13ο αιώνα μέχρι και σήμερα, δεκάδες υαλοτεχνίτες. Γενικά, στην Ιταλία επιβιώνουν ακόμη και σήμερα μικρές οικογενειακές βιοτεχνίες που κατασκευάζουν χειροποίητα προϊόντα, γνωστά σε όλον τον κόσμο για την εξαιρετικής τους ποιότητα και αισθητική. 

Η χώρα που επηρεάστηκε βαθιά από την βιομηχανοποίηση ήταν η Αγγλία. Αναπόφευκτα, οι περισσότεροι κλάδοι της χειροτεχνίας και της οικοτεχνίας εξαφανίστηκαν καθώς το εργατικό δυναμικό μετανάστευε στις μεγάλες πόλεις αναζητώντας εργασία στα εργοστάσια. Ωστόσο, οι νέες συνθήκες εργασίας δεν ήταν ιδανικές. Οι εργάτες δεν είχαν κοινωνικές παροχές. ζούσαν σε άσχημες συνθήκες, οι μισθοί ήταν χαμηλοί και οι ώρες εργασίας πολλές. Η φύση της επίσης δεν ήταν δημιουργική αλλά εξειδικευμένη και επαναλαμβανόμενη. Μέσα στο περιβάλλον των εργοστασίων, δημιουργήθηκε το κατάλληλο έδαφος για την καλλιέργεια και άνοδο των ιδεών του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού. 

Το κίνημα Arts & Crafts: Η αντίδραση στη βιομηχανική παραγωγή και η αναβίωση της χειροτεχνίας

Καθώς η Αγγλία αποτελούσε μια χώρα που επηρεάστηκε βαθιά από τη βιομηχανική επανάσταση, δεν είναι τυχαίο που στην ίδια χώρα γεννήθηκε, περίπου το 1860, και το κίνημα Arts & Craft. Οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι του ήταν ο William Morris και ο  θεωρητικός John Ruskin. Το κίνημα υποστήριζε την επιστροφή στην ηθική της εργασίας που γίνεται με το χέρι όπως επίσης και την ανωτερότητα του χειροποίητου αντικειμένου έναντι του μαζικά παραγόμενου βιομηχανικού αντικειμένου. Το μεσαιωνικό εργαστήρι, όπως εξιδανικεύτηκε στη μελέτη του John Ruskin για το θεωρήθηκε ότι είναι το ιδανικό μέρος εργασίας και θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρότυπο για μια καλύτερη κοινωνία. Από το 1880 οι ιδέες του Arts & Crafts διαδόθηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη.


Η γέννηση του desing.
Ο 19ος αιώνας είναι η εποχή της βιομηχανικής επανάστασης μέσα στην οποία γεννήθηκε ένας εντελώς νέος κλάδος, ο κλάδος του βιομηχανικού σχεδιασμού. Οι μηχανές είχαν ήδη αντικαταστήσει την χειρωνακτική εργασία σε μεγάλο βαθμό, ωστόσο δεν μπορούσαν να αντικαταστήσουν την αισθητική και τη φαντασία του δημιουργού. Στις χειρωνακτικές μεθόδους παραγωγής ο δημιουργός ήταν ταυτόχρονα ο κατασκευαστής αλλά και ο άνθρωπος που αποφάσιζε για τη μορφή του αντικειμένου και για τα διακοσμητικά μοτίβα. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές βασιζόταν σε κοινότοπες μορφές και επαναλάμβανε τα ίδια μοτίβα. Το δυνατό σημείο του χειροτέχνη ήταν ότι η γνώση του μεταφέρονταν από γενιά σε γενιά ενώ ο ίδιος είχε κληρονομήσει την πολύχρονη γνώση από παλαιότερες γενιές. Συνεπώς, ο σχεδιασμός των αντικειμένων όχι μόνο ήταν δοκιμασμένος στο χρόνο αλλά κάθε γενιά είχε συμβάλει στη βελτίωσή του. Για αυτό το λόγο, πολλά αντικείμενα αρχαίων πολιτισμών είναι εξαιρετικής ομορφιάς και υψίστης τεχνικής τελειότητας παρόλο που οι κατασκευαστές τους ήταν απλοί τεχνίτες. Ο χειροτέχνης δηλαδή αποκτούσε μια διαισθητική και εμπειρική αντίληψη για τη αισθητική του αντικειμένου του, χωρίς να διδάσκεται σε κάποια ακαδημία τέχνης, τους κανόνες αρμονίας και σύνθεσης.

Ωστόσο, με το πέρασμα των χρόνων έγινε αντιληπτό ότι η βιομηχανία χρειάζονταν ένα νέο είδος επαγγελματιών που θα μπορούσε να σχεδιάζει τα βιομηχανικά προϊόντα προκειμένου να είναι λειτουργικά και όμορφα. Οι χειροτέχνες είχαν ήδη αρχίσει να εκλείπουν, αλλά ακόμη και αν υπήρχαν, δεν είναι σίγουρο ότι θα μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στις νέες απαιτήσεις. Η Γαλλία ήταν η πρώτη χώρα που αντιλήφθηκε, ήδη από τον 17ο αιώνα, την ανάγκη για κατάρτιση βιομηχανικών σχεδιαστών και έτσι ξεκίνησε την εκπαίδευση ειδικών επαγγελματιών στις ακαδημίες καλών τεχνών με σκοπό την εργασία τους στα βασιλικά εργοστάσια κεραμικής και στις υφαντουργίες.  Η Γερμανία ήταν η επόμενη χώρα που ξεκίνησε την εκπαίδευση σχεδιαστών σε τεχνικές σχολές στις αρχές του 19ου αιώνα. Το ζήτημα της ποιότητα του σχεδιασμού των βιομηχανικών προϊόντων απασχόλησε την κυβέρνηση της Αγγλίας το 1830, η οποία κατέληξε στο σχηματισμό μιας επιτροπή στη βουλή των κοινοτήτων με σκοπό τη διερεύνηση των δυνατοτήτων χρηματοδότησης σχολών σχεδιασμού. Ωστόσο, η διαδικασία καθυστερούσε καθώς η ελίτ της Βασιλικής Ακαδημίας Τεχνών δεν επιθυμούσε την ίδρυση σχολών όπου θα εκπαίδευαν επαγγελματίες από τις κατώτερες τάξεις στον σχεδιασμό του ανθρώπινου σώματος. Θεωρούσαν ότι κάτι τέτοιο θα έθιγε το κύρος τους και ως εκ τούτου η εκμάθηση του σχεδίου του ανθρώπινου σωματος θα έπρεπε να απουσιάζει από το πρόγραμμα σπουδών των σχολών αυτών.

Η πραγματική αφύπνιση για την αναγκαιότητα του βιομηχανικού σχεδιασμού συνέβη μετά το 1851, στην Παγκόσμια έκθεση που διοργανώθηκε σε ένα εντυπωσιακό κτίριο, στο περίφημο Crystal Palace. Αν και η συμμετοχή της Αγγλίας ήταν από οικονομική άποψης επιτυχημένη, εντούτοις τα προϊόντα της ήταν εμφανώς κατώτερα από αισθητικής άποψης σε σχέση με τα προϊόντα άλλων χωρών και ειδικά της Γαλλίας.  Με πρωτοβουλία του Henry Cole ιδρύθηκε η σχολή South South Kensington (αργότερα έγινε το Royal College of Art) με σκοπό την εκπαίδευση σχεδιαστών βιομηχανικών προϊόντων. Το πρόγραμμα σπουδών βασίστηκε σε αντίστοιχες Γερμανικές σχολές, ήταν δηλαδή πιο τεχνικό σε σύγκριση με της Γαλλίας. Το 1870 για τους ίδιους επιτακτικούς λόγους, η πολιτεία της Μασαχουσέτης προσκάλεσε τον απόφοιτο της σχολής του South Kensington, Walter Smith να βοηθήσει στη ίδρυση μιας σχολής σχεδιασμού, η οποία έγινε γνωστή με το όνομα the industrial drawing movement. Η συγκεκριμένη σχολή αποτέλεσε την πρώτη δημόσια σχολή τεχνών στις ΗΠΑ. 

Κατά συνέπεια, τον 19ο αιώνα, περίπου το 1860, είχαν αναπτυχθεί δύο εντελώς διαφορετικά ρεύματα που επιχειρούσαν να δώσουν απάντηση στο ζήτημα της μετάβασης από τη χειροτεχνία στη βιομηχανική παραγωγή. Το ένα ρεύμα ήταν του South Kensington και το άλλο ήταν το κίνημα Arts and Crafts. Εν συντομία μπορούμε να πούμε ότι το πρώτο κίνημα αποδέχτηκε την βιομηχανοποίηση της παράγωγης και το θάνατο της χειροτεχνίας ενώ έστρεψε το ενδιαφέρον του στη βιομηχανία και στην τάξη των βιομηχάνων. Αντίθετα, το κίνημα Arts & Crafts έδειξε συμπάθεια στην ταπεινή τάξη των τεχνιτών, ωστόσο ήταν μάλλον ένα αντιδραστικό και πεσιμιστικό κίνημα.  Τα δύο αυτά κινήματα ενοποιήθηκαν, όταν το 1890 ο Walter Craner, ένας ένθερμος υποστηρικτής του κινήματος Arts & Crafts έγινε διευθυντής της South Kensington School of Art.

Το κίνημα Arts & Crafts παρά τη φαινομενική αποτυχία του άσκησε τεράστια επιρροή σε διάφορους τομείς. Καταρχάς συντέλεσε στη διατήρηση της γνώσης πολλών ειδών χειροτεχνίας για τις επόμενες γενιές, που ενδεχόμενα να είχε χαθεί. Στις ΗΠΑ το κίνημα γνώρισε μεγάλη αποδοχή στις αρχές του 20ου αιώνα, η οποία εκφράστηκε μέσα από την έκδοση περιοδικών, βιβλίων και καταλόγων μέσω αλληλογραφίας τύπου "Φτιάξτο μόνος σου". Επίσης, ιδρύθηκαν τμήματα χειροτεχνίας σε κολλέγια πανεπιστημιακού επιπέδου όπως για παράδειγμα το New York State College of Ceramics στο Alfred της NY, το 1901.

O 20oς αιώνας: Η δαιμονοποίηση της διακόσμησης

Στην Ευρώπη, εκτός από την επικράτηση της βιομηχανικής παραγωγής, υπήρξε και ένας δεύτερος παράγοντας που συντέλεσε στην υποβάθμιση των κλάδων της χειροτεχνίας. Ο παράγοντας αυτός ήταν το κίνημα του μοντερνισμού που εμφανίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Ωστόσο, οι ιδέες του μοντερνισμού δεν είχαν στόχο την απόρριψη της χειροτεχνίας αλλά της διακόσμησης, καθώς όμως ιστορικά η διακόσμηση και η χειροτεχνία ήταν στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους η δαιμονοποίηση της διακόσμησης οδήγησε και στη δαιμονοποίηση της χειροτεχνίας.  

Πριν το κίνημα του μοντερνισμού, τον 19ο αιώνα, ο στολισμός, δηλαδή η διακόσμηση κτιρίων και προϊόντων αποτελούσε την κύρια εργασία των χειροτεχνών αλλά και των νεοεμφανιζόμενων σχεδιαστών. Τόσο η σχολή του South Kensington όσο και το κίνημα Arts and Crafts βασίστηκαν φυτικά μοτίβα, τα οποία είχαν γίνει ιδιαίτερα δημοφιλή λόγω της ανάπτυξης της βοτανικής και των φυσικών επιστημών. Στο πρόγραμμα σπουδών του South Kensington συμπεριλαμβάνονταν η ζωγραφική και η ανατομία φυτών (botanical drawing). Άλλωστε τα ζωικά και φυσικά μοτίβα αποτελούσαν πάντοτε πηγή έμπνευσής τόσο στην ανατολή όσο και στη δύση. 

Η διαφορά μεταξύ των κλασικών φυτικών μοτίβων και των φυτικών μοτίβων του 19ου είναι ότι τα πρώτα προσπαθούσαν να δώσουν την αίσθηση του τρισδιάστατου όγκου. Αντίθετα τα δεύτερα ήταν στυλιζαρισμένα και επίπεδα και ο σκοπός τους ήταν η διακόσμηση δισδιάστατων επιφανειών. Κάτω από αυτήν την οπτική ο Owen Jones, ένας αρχιτέκτονας και σχεδιαστής της Βασιλική Ακαδημίας επηρεασμένος από τη μελέτη του πάνω στο ισλαμικό μοτίβο εξέδωσε το βιβλίο «The Grammar of Ornaments». Σε αυτό το βιβλίο συγκέντρωσε μοτίβα από όλο τον κόσμο και πράγματι τα περισσότερα ήταν επίπεδα.

Όταν ένας σχεδιαστής εμπνέετε από τις οργανικές φόρμες και τις χρησιμοποιεί για να διακοσμήσει επιφάνειες, το αισθητικό αποτέλεσμα τείνει να είναι καμπύλο και ελικοειδές. Στη Γαλλία, το ελικοειδές μοτίβο έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές και εκφράστηκε μέσα από το κίνημα Art Nouveau (Νέα Τέχνη). Το στυλ, κατά βάση διακοσμητικό, διαδόθηκε μεταξύ 1890-1910 και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, με ονόματα όπως Jugendstil (νεανικό στυλ) και Vienna Secession (κίνημα Σετσεσιόν της Βιέννης). Το στυλ Art Nouveau πρόβαλε το νεανικό χαρακτήρα και ερχόταν σε αντίθεση με την ακαδημαϊκή παράδοση.  

Ωστόσο, η απάντηση στο στυλ Art Nouveau και στην εκτεταμένη χρήση επίπεδων διακοσμητικών μοτίβων δεν άργησε να έρθει. Ο Αυστριακός αρχιτέκτονας Adolf Loos, έγραψε ένα ιδιαίτερα προβοκατόρικο κείμενο, με τίτλο «Ornament and Crime» δείχνοντας την απέχθεια του στο στυλ Art Nouveau  και στην έννοια του στολισμού. Η συγκεκριμένη άποψη απηχούσε κατά κάποιο τρόπο τις ιδέες του κοινωνικού Δαρβινισμού, με βάση τις οποίες η εκτενής διακόσμηση ταίριαζαν στις πρωτόγονες κοινωνίες και όχι για τον ανεπτυγμένο, δυτικό κόσμο. Τη υποβάθμιση των φυτικών μοτίβων ακολούθησε η διάδοση των γεωμετρικών, αφηρημένων μοτίβων τα οποία επικράτησαν στην Ευρωπαϊκή τέχνη κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. 

Όσον αφορά στις χειροτεχνίες, ιδιαίτερη επίδραση είχε η σχολή του Bauhaus, η οποία ακολούθησε το κίνημα Arts & Crafts. Στην αρχή το Bauhaus ασπάστηκε αρκετές ιδέες του κινήματος Arts and Crafts όπως την ολιστική αντιμετώπιση της τέχνης, την ποιότητα των αγαθών που κατασκευάαοντα;ι με το χέρι, την ηθική της εργασίας και το σύστημα της μαθητείας μέσα στα εργαστήρια. Ωστόσο στα τελευταία στάδια του κινήματος Bauhaus, μετά την μετεγκατάσταση στη βιομηχανική πόλη Dessau , οι θιασώτες του κινήματος άρχισαν να ευνοούν τις καθαρές γραμμές ως πιο λειτουργικές και κατάλληλες για τη βιομηχανία. Το Bauhaus έγινε ο πρόδρομος του μοντερνισμού και επηρέασε βαθιά την αρχιτεκτονική και το σχεδιασμό επίπλου. Αυτή η τάση ισχυροποιήθηκε ακόμη περισσότερο με την μετανάστευση πολλών καθηγητών του Bauhaus στην Αμερική, όπου και εκεί δούλεψαν ως καθηγητές. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου