Σύντομη ιστορία του κεντήματος (Μέρος Α΄)

Η ιστορία της παλαιολιθικής και νεολιθικής εποχής, χαρακτηρίζεται από αργές αλλά καθοριστικές κατακτήσεις. Ο άνθρωπος μαθαίνει να μορφοποιεί συγκεκριμένα υλικά, όπως την πέτρα, τα οστά, το δέρμα, το μέταλλο, κτλ. προκειμένου να κατασκευάζει χρήσιμα τεχνουργήματα, όπως εργαλεία και όπλα. Οι κατακτήσεις του ανθρώπου πάνω στην ύλη είναι τόσο σημαντικές, που ολόκληρες περίοδοι της προϊστορικής εποχής χαρακτηρίζονται ως "εποχή του λίθου", "εποχή του σιδήρου" και "εποχή του χαλκού". 
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, πολλοί ανθρωπολόγοι έφεραν στο προσκήνιο δύο ακόμα σημαντικά επιτεύγματα που επηρέασαν βαθιά την πορεία του ανθρώπου: την κλωστική ίνα και τον αργαλειό. Μάλιστα, πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η κλωστή, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τεχνολογικά επιτεύγματα στην ιστορία του ανθρώπου, χάρη στην οποία ο άνθρωπος ανέβηκε στην τροφική αλυσίδα και κυριάρχησε στη γη. 

Η τεχνολογία των κλωστικών ινών
Η ανακάλυψη των τρόπων κατασκευής κλωστικών ινών και σκοινιών, τοποθετείται χρονικά στο τέλος της παλαιολιθικής εποχής αλλά πιθανόν να έγινε και πολύ νωρίτερα. Κλωστές μπορούσαν να κατασκευαστούν είτε από φυτικές πρώτες ύλες (κλαδιά δέντρων, κομμάτια φλοιών, μακριά φύλλα κτλ) είτε από ζωικές ύλες (έντερα και τρίχες ζώου). Οι πρώτες ύλες χρησιμοποιούνταν είτε σε αυτούσια μορφή είτε με μικρή επεξεργασία, για παράδειγμα στρίβονταν μεταξύ τους για να δημιουργηθεί ένα ισχυρό σκοινί. 

Η ανάπτυξη της τεχνολογίας κλωστικών ινών άνοιξε το δρόμο για μια σειρά νέων εφευρέσεων, οι οποίες βελτίωσαν την ποιότητα ζωής των ανθρώπων, καθώς πολλές εργασίες γίνονταν πλέον πιο εύκολα και αύξησαν το προσδόκιμο ζωής. Για παράδειγμα, χάρη στις κλωστές και στα σκοινιά μπορούσαν πλέον να κατασκευαστούν παγίδες και δίχτυα για το κυνήγι αλλά και εργαλεία όπως το τόξο και το σφυρί (η πέτρα και η λαβή συνδέονται με σκοινί). Αναπόφευκτα η μάχη ανθρώπου με τα ζώα, έγινε άνιση υπέρ των ανθρώπων, καθώς το κυνήγι γίνονταν από απόσταση και με χρήση παγίδων. Επιπλέον, με τη χρήση σκοινιών ο άνθρωπος μπορούσε να συνδέσει ξύλα για να φτιάξει σχεδίες και να κατασκευάσει δίχτυα και καλάμια. Σταδιακά λοιπόν βελτίωσε τις μεθόδους και την αποτελεσματικότητα του ψαρέματος. 

Η ακριβής χρονολόγηση των συγκεκριμένων ανακαλύψεων είναι δύσκολο να προσδιοριστεί, καθώς το ύφασμα και οι κλωστές αποτελούν υλικά ευαίσθητα στη φθορά του χρόνου. Έτσι, σήμερα έχουμε αρκετά ευρήματα από πέτρα, μέταλλο, κεραμικό, ακόμη και ξύλο αλλά λιγοστά ευρήματα από ύφασμα. Το παλαιότερο δείγμα χρονολογείται στο 16.000 π.Χ. Ευτυχώς έχουν αποτυπωθεί δείγματα κλωστικών ινών πάνω σε πήλινα αντικείμενα, όταν αυτά ήταν ακόμη νωπά, στοιχείο που μας επιτρέπει να τοποθετήσουμε χρονικά την τεχνολογία των κλωστικών ινών το 40.000 π.Χ ή και πολύ νωρίτερα. 

Η τεχνολογία των βαφών

Η χρήση χρωστικών ουσιών για τη βαφή υφασμάτων είναι μια σύνθετη διαδικασία και όπως είναι λογικό η κατάκτηση της γνώσης δεν έγινε από τη μια μέρα στην άλλη. Για παράδειγμα οι Κινέζοι ξεκίνησαν να κατασκευάζουν κόκκινη, μαύρη και κίτρινη βαφή λίγο πριν το 3000 π.Χ. Αντίστοιχα, οι αρχαίοι Ινδοί έμαθαν να χρησιμοποιούν το ίντιγκο για να βάφουν τα υφάσματα μπλε και οι Φοίνικες παρήγαγαν ένα έντονο μωβ χρώμα (πορφυρό) από τη βλέννα μαλακιών που βρίσκονταν σε αφθονία στη Μεσόγειο. Επίσης, οι κάτοικοι παραθαλάσσιων περιοχών στο Μεξικό, συνέλεγαν οστρακοειδή προκειμένου να εξάγουν τη βλέννα τους και να παράγουν παρόμοια χρωστική ουσία με του Φοίνικες. Μάλιστα, είχαν μάθει να παίρνουν την πολύτιμη βλέννα χωρίς να σκοτώνουν το θαλάσσιο πλάσμα, αφήνοντάς το πίσω στο νερό να παράγει καινούργια βλέννα. Άλλοι πληθυσμοί της κεντρικής και βόρειας Αμερικής, χρησιμοποιούσαν σκαθάρια για να φτιάξουν κόκκινο χρώμα, όπως έκαναν και οι Αιγύπτιοι. 

Οι ποσότητες σκαθαριών και οστρακοειδών που απαιτούνταν για να παραχθούν έστω και λίγα γραμμάρια χρώματος ήταν τεράστιες. Για παράδειγμα, η παραγωγή 1.5 gr πορφύρας απαιτούσε τη θανάτωση περίπου 12.000 οστρακοειδών. Αυτό συνεπάγεται αυτόματα ότι η τιμή των χρωστικών ήταν εξαιρετικά υψηλή. Ως εκ τούτου, τα έγχρωμα υφάσματα ήταν προσιτά μόνο για την τάξη των βασιλέων, των αριστοκρατών και γενικά για τους οικονομικά ισχυρούς. 

Η διακόσμηση των υφασμάτων με κεντήματα

Στην Κίνα, λίγο πριν το 4500 πΧ. έμελλε να γίνει άλλη μια σπουδαία ανακάλυψη που δεν ήταν άλλη από την επεξεργασία του μεταξιού. Η μεταξωτή κλωστή και το μεταξωτό ύφασμα είχαν εξαιρετική ποιότητα αλλά και εμπορική αξία. Οι διαδικασίες του ραψίματος, της επιδιόρθωσης ρούχων, οι ενισχύσεις των υφασμάτων κτλ. οδήγησαν σταδιακά στην ανάπτυξη του ένθετου κεντήματος. Μετά το τέλος της δυναστείας Han (206 πΧ.-220) οι περισσότερες γυναίκες στην Κίνα όχι απλά γνώριζαν την τεχνική του κεντήματος αλλά είχαν αποκτήσει και υψηλή δεξιοτεχνία. Με το πέρασμα του χρόνου, η γνώση διαχύθηκε σε όλη την Ασία, τη Μέση Ανατολή, την Αίγυπτο, τη Συρία, την Περσία, το Ισραήλ, το Βυζάντιο, την Αφρική και αλλού. 

Το διακοσμητικό κέντημα αναπτύχθηκε λοιπόν περί το 4500 πΧ. Ωστόσο, οι άνθρωποι διακοσμούσαν τα ενδύματά τους και τα σώματά τους πολύ νωρίτερα, ακόμη και από την παλαιολιθική εποχή, με χάντρες, οστά, κοχύλια, πέτρες κτλ. Σε απολιθωμένο σκελετό, που ανακαλύφθηκε το 1964 στο Sungir στη Ρωσία και χρονολογείται από το 30.000 π.Χ, διακρίνονται στο ένδυμα, στις μπότες και στο καπέλο οριζόντια τοποθετημένες χάντρες από ελεφαντοστό. 
ιστορία της χάντας, ιστορία του κεντήματος
Παλαιολιθικός τάφος στο Sungir. Ο νεκρός είχε στολιστεί με περισσότερες από 13000 χάντρες.
Πηγή: "Sunghir-tumba paleolítica" by José-Manuel Benito Álvarez - Own work. Licensed under Public Domain via Wikimedia Commons

Όπως ήδη επισημάνθηκε, το ύφασμα, και αναπόφευκτα το κέντημα, αποτελεί ένα υλικό ιδιαίτερα ευαίσθητο στη φθορά του χρόνου και στη χρήση. Για αυτό το λόγο, τα αρχαιολογικά ευρήματα είναι λιγοστά. Ευτυχώς, ωστόσο, υπάρχουν άλλες πηγές πληροφόρησης όπως πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά έργα αλλά και γραπτά κείμενα που αποτυπώνουν τους αριστοκράτες της εποχής με τα ενδύματά τους, δίνοντας μια εικόνα για τη μόδα και για τους τρόπους διακόσμησης των υφασμάτων. Για παράδειγμα, οι πίνακες του Hans Holbein αποτελούν μοναδική πηγή πληροφόρησης για την τεχνική του μαυροκεντήματος (blackwork). Μια άλλη γραπτή αναφορά που περιγράφει τη διαδικασία διακόσμησης υφασμάτων βρίσκεται στην Παλαιά Διαθήκη, στην Έξοδο, κεφάλαιο 26. Στις τελευταίες προτάσεις του κεφαλαίου προτείνεται ο στολισμός ενός υφάσματος από ειδικό διακοσμητή (ἔργον ποικιλτοῦ).

Αρκετά κεντήματα έχουν επιβιώσει από τα χρόνια του Μεσαίωνα στην Ευρώπη. Τα περισσότερα από αυτά, κεντήθηκαν με μπρούτζινες βελόνες και αφορούσαν σε παραγγελίες της εκκλησίας, δηλαδή σε στολισμό αμφίων και τελετουργικών υφασμάτων. Εκτός από τα εκκλησιαστικά κεντήματα, μια άλλη κατηγορία ήταν τα κεντημένα ενδύματα, ταπισερί και κλινοσκεπάσματα, που προορίζονταν για τους βασιλείς και τους αριστοκράτες. Άλλωστε, ο απώτερος στόχος της απόκτησης αυτών των αντικειμένων ήταν για να διακρίνονται οι οικονομικά ισχυροί από τα φτωχότερα στρώματα. 

Στην Αγγλία, την περίοδο του Μεσαίωνα αναπτύχθηκε σε εξαιρετικό βαθμό η τέχνη του κεντήματος. Ένα από τα πρωιμότερα δείγματα της υψηλής δεξιοτεχνίας αποτελεί το εκκλησιαστικό άμφιο του τάφου του St. Cuthbert στο Durham, το οποίο χρονολογείται περίπου το 906 μ.Χ ή και αργότερα. Η συγκεκριμένη τεχνική κεντήματος ονομαζόταν opus anglicanum. Ένα άλλο εξαιρετικό δείγμα αποτελεί η ταπισερί της Μπαγιέ, η οποία πιθανόν κεντήθηκε από Άγγλους τεχνίτες. Το θέμα της ταπισερί, που αγγίζει τα 70 μέτρα, είναι η κατάκτηση της Αγγλίας από τους Νορμανδούς. Η εικονογράφηση των ιστορικών γεγονότων απαίτησε τη δημιουργία εκατοντάδων κεντημένων μορφών και πιο συγκεκριμένα 629 ανθρώπων, 190 αλόγων, 35 σκύλων, 506 πουλιών, 33 κτιρίων, 37 πλοίων, 27 δέντρων ή συστάδων δέντρων και 57 λατινικών επιγραφών. Το ύφασμα της ταπισερί είναι λινό ενώ οι κλωστές μάλλινες. Παρόλο που το κέντημα μοιάζει εξαιρετικά πολύχρωμο, εντούτοις χρησιμοποιήθηκαν μόνο 8 διαφορετικά χρώματα. Η παραγγελία της ταπισερί έγινε πιθανόν από τον ετεροθαλή αδερφό του William του κατακτητή. 
Δείγμα του στυλ κεντήματος Opus Anglicanum.
Πηγή: "Embroidered bookbinding 13th century Annunciation" by Unknown - English Embroidered Bookbindings by Cyril James Humphries Davenport, F. S. A,. edited by Alfred Pollard, London, 1899 (English Embroidered Bookbindings, available freely at Project Gutenberg ). Licensed under Public Domain via Wikimedia Commons

Ενώ στην Αγγλία επικράτησε το στυλ το opus anglicanum, στην κεντρική Ευρώπη και ειδικά στις περιοχές της σημερινής Γερμανίας αναπτύχθηκε το στυλ opus teutonicum. Το συγκεκριμένο κέντημα ήταν εξολοκλήρου λευκό, καθώς τόσο το ύφασμα όσο και οι κλωστές είχαν λευκό χρώμα. Για να επιτευχθεί ωστόσο η απαραίτητη ποικιλία στο κέντημα, οι τεχνίτες ανέπτυξαν νέες βελονιές, όπως την αλυσιδοβελονιά, το φεστόνι, κ.ά. Η εξέλιξη αυτού του στυλ, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η τεχνική Hardager στη Νορβηγία, η οποία περιλαμβάνει και αφαίρεση κομματιών, το Hedebo της Δανίας, το κοφτό ασπροκέντημα, κ.ά.  

Χρονοδιάγραμμα 

Πριν από το 3000 π.Χ
Οι βελόνες με οπή στο κεφάλι χρησιμοποιούνταν ήδη από τους προιστορικούς χρόνους, πριν δηλαδή το 30000 π.Χ. Η βελονιά φεστόνι (buttonhole) χρησιμοποιούνταν από τους ανθρώπους πριν από 8000 χρόνια. Ευρήματα της βελονιάς φεστόνι έχουν βρεθεί σε πλέγμα στη Δανία και χρονολογούνται από την εποχή του λίθου περίπου στο 4200 π.Χ. Οι Κινέζοι ήταν οι πρώτοι που ανακάλυψαν τα μυστικά της σηροτροφίας και της παραγωγής μεταξιού περίπου το 3000 π.Χ. 

3000 πΧ- 499 π.Χ
Η μεταλλική βελόνα ανακαλύφθηκε την εποχή του χαλκού (2000-800πΧ). Οι βασιλείς της Αιγύπτου είχαν διακοσμήσεις είτε με μεταξωτές κλωστές είτε με χάντρες ήδη από το 2000 π.Χ. Το παλαιότερο σωζόμενο κέντημα βρέθηκε σε Αιγυπτιακό τάφο. Στην Ινδία, ρχαιολογικά ευρήματα αποκάλυψαν ότι το βαμβακερό ύφασμα ήταν διακοσμημένο με επικεντημένη και επιραμμένη διακόσμηση ήδη από το 2000 π.Χ . Το παλαιότερο σωζόμενο δείγμα αλυσιδοβελονιάς σώζεται στην Κίνα και χρονολογείται στην περίοδο των εμπόλεμων βασιλείων (475-221 .Χ). 
Γενικά, μπορούμε να έχουμε μια εικόνα των διακοσμήσεων των υφασμάτων από τις τοιχογραφίες χωρίς ωστόσο να μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα αν πρόκειται για κέντημα ή για βαφή. 

500 π.Χ-0
Το παλαιότερο εύρημα υφάσματος από την Αφρικανική ηπειρο βρέθηκε στην Αίγυπτο και χρονολογείται στο 500 π.Χ από την Αφρικανική ήπειρο. Το αρχαιότερο εύρημα στν ανατολική Ευρώπη βρέθηκε στη Σιβηρία και χρολολογείται τον 4ο αιώνα και αφορά σε διακόσμηση απλικέ. Στην Κίνα δημιουργούνταν κεντήματα με μεταξωτά  ήδη από τον 4ο αιώνα π.Χ. Το αρχαιότερο δείγμα κεντημένου μαλλιού στην Αμερική (Νότια Αμερική, πολιστμός Νάσκα) χρονολογείται τον 1 αιώνα π.Χ).








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου