Ίντιγκο: Η σημαντικότερη χρωστική ουσία στην ιστορία του υφάσματος

Το ιντιγκο (Indigo) παράγεται από διάφορες ποικιλίες φυτών και αποτελεί μία από τις αρχαιότερες χρωστικές ουσίες στην ιστορία του ανθρώπου. Για την ακρίβεια χωρίς την ανάπτυξη των φυτικών βαφών ίντιγκο θα ήταν αδύνατη η βαφή υφασμάτων με μπλε χρώμα, τουλάχιστον μέχρι την ανακάλυψη του συνθετικού ίντιγκο στα μέσα του 19ου αιώνα μ.Χ. 
Το φυσικό χρώμα ίντιγκο
Πηγή εικόνας: "Indigo plant extract sample" by prepared by Palladian - Own work. Licensed under Public Domain via Commons - https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Indigo_plant_extract_sample.jpg#/media/File:Indigo_plant_extract_sample.jpg

Η χρήση του ίντιγκο πρέπει να ήταν γνωστή στους ανθρώπους ήδη από τα προϊστορικά χρόνια ή και ακόμη παλαιότερα. Διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν πως ο άνθρωπος κατείχε τη γνώση της βαφής με ίντιγκο ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. Για παράδειγμα στην Αίγυπτο βρέθηκε κομμάτι λινού υφάσματος με μπλε ρίγες στην άκρη του, που χρησιμοποιήθηκε στην περιτύλιξη μούμιας και χρονολογείται το 2400 π.Χ. Ωστόσο, είναι σχετικά δύσκολο να διαπιστωθεί από ποια ομάδα φυτών προέρχονταν η συγκεκριμένη χρωστική ουσία, αν δηλαδή προερχόταν από το φυτό Ισάτις (αγγλικά woad) ή από το είδος indigofera κ.ά. 
Κομμάτι λινό ύφασμα με μπλε διακοσμητικές ρίγες που χρησιμοποιούνταν στην περιτύλιξη μούμιας. Χρονολογείται στην εποχή του Νέου Βασιλείου ή και αργότερα (μετά το 1550 π.Χ). 
Πηγή εικόνας: British Museum 
Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί μια πινακίδα που φέρει κείμενο σφηνοειδούς γραφής και βρέθηκε στη Μεσοποταμία. Το κείμενο αφορά σε οδηγίες βαφής μάλλινων υφασμάτων σε χρώμα λάπις με συνεχή εμβάπτιση του υφάσματος σε διάλυμα χρώματος και διαδοχικό αερισμό. Το εύρημα χρονολογείται το 600 π.Χ. Επειδή η Μεσοποταμία βρίσκεται κοντά στην Αίγυπτο και στην Τουρκία, περιοχές στις οποίες ευδοκιμούσε το φυτό Ισάτις, είναι πιθανόν οι οδηγίες να αφρούν στο συγκεκριμένο φυτό. 
Πινακίδα σφηνοειδούς γραφής (600-500 π.Χ) με οδηγίες βαφής μάλλινων υφασμάτων σε χρώμα μπλε και μωβ.

Πηγή Εικόνας: Wikipedia. org "Cuneiform tablet BM62788" by Fæ (Own work). Licensed under CC BY-SA 3.0 via Commons - https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Cuneiform_tablet_BM62788.jpg#/media/File:Cuneiform_tablet_BM62788.jpg

Το αρχαιότερο εύρημα ιντιγκο από το είδος indigofera αποτελούν μερικοί σπόροι από 4 διαφορετικές ποικιλίες indigofera που βρέθηκαν στην πόλη Harappa, μια πόλη που άνθησε την περίοδο του πολιτισμού της κοιλάδας του Ινδού (3300-1330 πΧ). Στην ανασκαφή της πόλης Mohenjo-Daro βρέθηκαν επίσης απομεινάρια μπλε υφασμάτων που χρονολογούνται το 1750 π.Χ. 

Η Ινδία θεωρείται το σημαντικότερο και αρχαιότερο μέρος, στο οποίο αναπτύχθηκε αφενός η καλλιέργεια του φυτού indigofera και αφετέρου η παραγωγή και χρήση ίντιγκο για βαφές υφασμάτων. Για την ακρίβεια στην Ινδία καλλιεργούνταν τουλάχιστον 60 διαφορετικές ποικιλίες indigofera. Η βαφή εξάγονταν στην Αρχαία Ελλάδα και στη Ρώμη. Σε αυτές τις περιοχές το ίντιγκο θεωρούνταν ένα πολύτιμο και σπάνιο προϊόν που χρησιμοποιούνταν αφενός ως χρωστική ουσία αφετέρου για ιατρικούς και κοσμητικούς λόγους. Μάλιστα στις Βορειοδυτικές περιοχές της Ινδίας για πολλούς αιώνες, οι ντόπιοι παραγωγοί συνήθισαν να επεξεργάζονται το ίντιγκο και να το μετατρέπουν σε μικρά συμπαγή κομμάτια. Για αυτό το λόγο, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι πίστευαν ότι το ίντιγκο είχε ορυκτή προέλευση. 
Ίντιγκο σε συμπαγή μορφή. Λόγω της μορφής του οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι πίστευαν ότι το ίντιγκο είχε ορυκτή προέλευση. Πηγή εικόνας: Wikipedia. org ( "Indigo cake" by David Stroe - Own work. Licensed under CC BY-SA 3.0 via Commons - https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Indigo_cake.jpg#/media/File:Indigo_cake.jpg)


Η Ινδία λοιπόν αποτελούσε το βασικό προμηθευτή της Ευρώπης με ίντιγκο, ήδη από την εποχή του Ελληνο-Ρωμαικού πολιτισμού. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και από την ίδια τη λέξη ίντιγκο που προέρχεται από την ελληνική λέξη ινδικόν. Η λατινική λέξη είναι indicum και μεταφέρθηκε στην Αγγλική γλώσσα ως Indigo. Μια άλλη αρχαία λέξη που χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει το χρώμα και τη βαφή ίντιγκο ήταν η λέξη nili που στα σανσκριτικά δηλώνει το μπλε χρώμα. Η συγκεκριμένη λέξη μεταφέρθηκε στην Ισπανία ως anil και από εκεί στις περιοχές της κεντρικής και νότιας Αμερικής, όπου και χρησιμοποιείται για να περιγράψει το ίντιγκο. Η αγγλική λέξη aniline (ανιλίνη) αναφέρεται σε μια ομάδα συνθετικών βαφών. 

Η καλλιέργεια του φυτού εξαπλώθηκε από την Ινδία στις ξηρότερες περιοχές της Νοτιοανατολικής Ασίας περί το 100 μ.Χ και ακόμη βορειότερα στην Κίνα περί τον 4ο αιώνα μ.Χ. Μάλιστα, ολόκληρες εθνολογικές ομάδες όπως οι Miao (έγιναν γνωστοί και ως φυλή indigo) χαρακτηρίστηκαν από την ανάπτυξη των τεχνικών βαφής με ίντιγκο. 

Στα τέλη του 1200 μ.Χ ο Μάρκο Πόλο επιστρέφονταν από τα ταξίδια του αποκάλυψε ότι το ίντιγκο της Ινδίας (Indigo tinctoria) δεν είχε ορυκτή προέλευση αλλά φυτική. Εκείνη την περίοδο, το συγκεκριμένο προϊόν εισάγονταν στην Ευρώπη σε μικρές ποσότητες αλλά και σε πολύ υψηλή τιμή. Το κόστος αυξάνονταν λόγω της μεγάλης απόστασης, της ύπαρξης μεσαζόντων, της επιβολής φόρων κτλ. Για αυτό το λόγο, στην Ευρώπη καλλιεργούνταν και χρησιμοποιούνταν κατά κύριο λόγο το φυτό Ισάτις (Isatis tinctoria). 

Το Indigo tinctoria (από το είδος indigofera) συνέχισε να αποτελεί ένα δυσεύρετο και ακριβό προϊόν μέχρι την εποχή του Μεσαίωνα. Ωστόσο, στα τέλη του 15ου αιώνα ο Πορτογάλος εξερευνητής Vasco da Gama ανακάλυψε ένα νέο τρόπο να ταξιδεύει στην Ινδία, στην Κίνα, στην Ιαπωνία και στα νησιά των μπαχαρικών (νησιά Μολούκες) μέσω θαλάσσης, παρακάμπτοντας με αυτό τον τρόπο τις επικίνδυνες χερσαίες διαδρομές αλλά και τους φόρους που επέβαλλαν οι διοικήσεις των παρεμβαλλόμενων περιοχών στην Περσία, στο Λεβάντε, στην Ελλάδα κτλ. Σύντομα οι εισαγωγές ίντιγκο προς την Ευρώπη αυξήθηκαν σημαντικά και έτσι στην Ινδία ξεκίνησαν να καλλιεργούνται μεγάλες εκτάσεις με ίντιγκο. Το κόστος του προϊόντος έπεσε σημαντικά και στα τέλη του 17ου αιώνα το indigo tinctoria είχε αντικαταστήσει σχεδόν ολοκληρωτικά το Isatis tinctoria. Ωστόσο, η Γαλλία και η Γερμανία τον 16ο αιώνα, σε μια προσπάθεια να σώσουν την τοπική παραγωγή Ισάτις απαγόρευσαν τις εισαγωγές ίντιγκο. 

Στην Ευρώπη της αναγέννησης το μεγαλύτερο μέρος του ίντιγκο εισαγόταν μέσω της Πορτογαλίας, της Ολλανδίας και της Αγγλίας. Η Ισπανία έκανε αντίστοιχη εισαγωγή από τις αποικίες της, στη Νότια Αμερική. Περαιτέρω, το φυτό ξεκίνησε να καλλιεργείται σε τροπικές περιοχές που αποτελούσαν αποικίες των Ευρωπαίων όπως στην Τζαμάικα, στη Νότια Καρολίνα και στις παρθένους νήσους. Σημειώνεται ότι στις καλλιέργειες εργάζονταν σκλάβοι από την Αφρική. Στη Νότια Καρολίνα η καλλιέργεια του ίντιγκο εισήχθη από την επιχειρηματία Eliza Lucas Pinckney και σύντομα εξελίχθηκε στη δεύτερη σημαντικότερη καλλιέργεια για την περιοχή μετά το ρύζι. Το Νοέμβριο του 1776, ο βενιαμίν Φρανκλίνος απέπλευσε από την Αμερική προς τη Γαλλία, με σκοπό να εξασφαλίσει τη στήριξη της Γαλλίας στην επανάσταση, μεταφέρονταν μαζί του 35 βαρέλια με ίντιγκο. Η πώληση αυτών των αγαθών βοήθησε στη χρηματοδότηση της επανάστασης. Στην αποικίες της Β. Αμερικής καλλιεργούνταν οι εξής τρεις σημαντικές ποικιλίες ίντιγκο: Isoëtes caroliniana, indigo tinctoria και Indigofera suffruticosa. 

Στην Ιαπωνία η χρήση της χρωστικής ίντιγκο αναπτύχθηκε ιδιαίτερα κατά την περίοδο Edo (1603-1868 μ.Χ) λόγω της απαγόρευσης της χρήσης μεταξιού και της αναπόφευκτης ανάπτυξης της καλλιέργειας και της εισαγωγής βαμβακιού. Το βαμβάκι ωστόσο μπορούσε να βαφεί μόνο με ίντιγκο. Ακόμη και σήμερα το χρώμα ίντιγκο χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης στα θερινά ενδύματα Κιμονο Yukata παραπέμποντας στη φύση και στη θάλασσα. 

Όσον αφορά στην Αφρική, ή χρήση του ίντιγκο ήταν διαδεδομένη για αιώνες και εκτείνονταν σε μια μεγάλη περιοχή, από τους νομάδες τουαρέγκ της Σαχάρας μέχρι το Καμερούν. Και σε αυτές τις περιοχές τα βαμμένα με ίντιγκο υφάσματα υποδήλωναν ευμάρεια και πολυτέλεια. Άλλες φυλές της Αφρικής, που είναι γνωστές για τις ανεπτυγμένες δεξιότητες στη χρήση του ίντιγκο, είναι οι Yoruba της Νιγηρίας και οι Mandika του Μάλι. Στη φυλή Hausa, η ενασχόληση με το ίντιγκο αποτελούσε μια αντρική εργασία η οποία γίνονταν σε κοινόχρηστες λακκούβες στη γη. Η παραγωγή και βαφή με ίντιγκο αποτελούσε την βασική πηγή πλούτου της πόλης Kano.

Η Ινδία λοιπόν, αποτελούσε το σημαντικότερο καλλιεργητή, παραγωγό και εξαγωγέα βαφών ίντιγκο. Αναπόφευκτα, στη συγκεκριμένη περιοχή είχαν αναπτυχθεί σε πολύ υψηλό βαθμό διάφορες διαδικασίες βαφής υφασμάτων με ίντιγκο καθώς και διαδικασίες δημιουργίας σύνθετων και πολύπλοκων μοτίβων. Το ίντιγκο βέβαια χρησιμοποιούνταν για πολλούς αιώνες σε διάφορους αρχαίους πολιτισμούς όπως στην Αίγυπτο, στη Συρία, στην Ελλάδα και στη Ρώμη, στην Περσία, στην κεντρική Ασία, στην Ιαπωνία, στην Κίνα, στον Ιραν, στη Μεσοποταμία, ακόμη και στην κεντρική Αμερική και στο Περού καθώς και στην Αφρική.

Η ανακάλυψη του συνθετικού ίντιγκο 
Το ίντιγκο αποτελούσε ένα σημαντικό εμπορικό προϊόν που λόγω της αξίας του ονομαζόταν μπλε χρυσός. Ωστόσο, τον 19ο αιώνα το φυσικό ίντιγκο δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της κλωστοϋφαντουργίας που είχε πλέον βιομηχανοποιηθεί. Το 1865 ο Γερμανός χημικός Adolf von Baeyer ξεκίνησε τα πειράματα στην κατασκευή συνθετικής βαφής, η οποία ήταν έτοιμη το 1897. Ο Baeyer το 1905 βραβεύτηκε με το Nobel για τις ανακαλύψεις του πάνω στις συνθετικές βαφές. 

Την εποχή που η καλλιέργεια του φυτικού ίντιγκο μεσουρανούσε παράγονταν ετησίως περίπου 19000 τόνοι σε μια έκταση περίπου 7000 τετραγωνικών χιλιομέτρων στην Ινδία. Σύντομα όμως το φτηνότερο συνθετικό ίντιγκο άρχισε να αντικαθιστά το φυτικό και έτσι το 1914 η παραγωγή του φυσικού ίντιγκο μειώθηκε στου 1000 τόνους. Αντίστοιχα η χρήση του συνθετικού ίντιγκο, άγγιζε του 17000 τόνους. 

Τρόποι εφαρμογής
Όσον αφορά στους τρόπους εφαρμογής επάνω στο ύφασμα αναφέρεται εν συντομία ότι το ίντιγκο μπορεί να βάψει με την τεχνική της εμβάπτισης, καθώς αποτελεί φωτοευαίσθητη βαφή και δεν μπορεί να εφαρμοστεί έξω από το δοχείο, για παράδειγμα με πινέλο. Εξαίρεση αποτελούν η Ευρωπαϊκή τεχνική pecniling η οποία βάφει το ύφασμα με μικρές, γρήγορες πινελιές και η οποία αναπτύχθηκε μετά το 1730 καθώς και η τεχνική China Blue. Λόγω της τεχνικής της εμβάπτισης (δηλαδή το ύφασμα βυθίζεται σε δοχείο με χρώμα) τα μοτίβα που δημιουργούνται είναι αρνητικά, δηλαδή το φόντο είναι μπλε και το σχέδιο λευκό. Το ίντιγκο τέλος αν συνδυαστεί με άλλες ουσίες μπορεί να δώσει περισσότερα χρώματα. 

Πηγές:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου