Ελληνική Κεντητική Τέχνη (17ος-19ος αιώνας)

Η νεοελληνική κεντητική τέχνη, ως τεχνικές, υλικά και εικονογραφία, είχε αρχίσει να αποκρυσταλλώνεται ήδη από τις αρχές της Τουρκοκρατίας. Η ακμή της ωστόσο τοποθετείται χρονικά μεταξύ 17ου και 19ου αιώνα. Την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης, που συνέπεσε χρονικά με την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους η κεντητική τέχνη είχε σταματήσει να εξασκείται τουλάχιστον στο βαθμό που εξασκούνταν τα προηγούμενα χρόνια, ενώ σε πολλές περιπτώσεις δεν υπήρχε ούτε ως ανάμνηση.
Πηγή Εικόνας: Μουσείο Μπενάκη
Κρεβατόγυρος με σχηματοποιημένα θέματα, που έχουν αποδοθεί με την ιδιότυπη ανάγλυφη κεντητική της Ρόδου. 18ος-19ος αι. 

Η ανακάλυψη μιας ξεχασμένης λαϊκής τέχνης
Κατά τη διάρκεια του τελευταίου τετάρτου του 19ου αιώνα στις αγορές της Αθήνας, του Καΐρου και της Κωνσταντινούπολης άρχισαν να εμφανίζονται προς πώληση διάφορα πολύχρωμα κεντήματα, προερχόμενα από τον ελληνικό χώρο, δείγματα μιας ανεπτυγμένης και ταυτόχρονα ξεχασμένης τέχνης. Οι κατεξοχήν αγοραστές των συγκεκριμένων εργόχειρων ήταν ιδιώτες αλλά και έμποροι κυρίως από την Αγγλία. Παρά την ποιότητα των κεντημάτων που προσέλκυσε αμέσως το ενδιαφέρον των συλλεκτών, τα περισσότερα από αυτά ήταν μικρότερα κομμάτια από μεγαλύτερα εργόχειρα. Τα αρχικά εργόχειρα αποτελούσαν χρηστικά αντικείμενα, όπως μαξιλαροθήκες, κρεβατόγυροι, κρεβατοκουρτίνες, πετσέτες και ενδύματα.

Οι έμποροι βασιζόμενοι στην εμπειρία τους και στην προφορική παράδοση τα κατέτασσαν σε τρεις τύπους:
  • Στα ροδίτικα κεντήματα, τα οποία ήταν διακοσμημένα με συμβατικά ή γεωμετρικά σχήματα κεντημένα με τη σταυροβελονιά της Ρόδου. 
  • Στα κρητικά κεντήματα τα σχέδια των οποίων ήταν κυρίως έλικες και δοχεία με γαρύφαλλα. Όσον αφορά στα χρώματα, τα κεντήματα ήταν είτε μονόχρωμα, κόκκινα ή μπλε, είτε πολύχρωμα. Η βασική βελονιά ήταν η κρητική βελονιά (feather stitch).  
  • Στα κεντήματα των Ιωαννίνων τα οποία περιλάμβαναν φανταστικά πουλιά, λουλούδια και ανθρώπινες φιγούρες. Οι βελονιές που χρησιμοποιούνταν ήταν η περαστή (στο βιβλίο "Παραδοσιακές βελονιές" της Πανουτσοπούλου Δήμητρας η βελονιά ονομάζεται πατητή. Στα αγγλικά ονομάζεται darning stitch) και η βελονιά πλακέ. 
Είναι ωστόσο βέβαιο ότι τα ελληνικά κεντήματα είχαν πολύ μεγαλύτερη ποικιλία και οι τύποι ή οι παραλλαγές ήταν περισσότερες. Για την ακρίβεια ένας από τους λόγους που η μελέτη της νεοελληνικής κεντητικής παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι αυτήν ακριβώς η ποικιλία που εντοπίζεται ανάμεσα στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Θα μπορούσαμε μάλιστα να χαρακτηρίσουμε τη νεοελληνική κεντητική ως μια κοινή γλώσσα με πολλές διαλέκτους. Ένας βασικός παράγοντας που ενίσχυσε τη δημιουργία ευδιάκριτων τύπων είναι φυσικά η γεωγραφική απομόνωση διαφόρων κοινοτήτων, για παράδειγμα στα νησιά και στα δυσπρόσιτα χωριά. Τα σχέδια και οι τεχνικές περνούσαν από γενιά σε γενιά, εντός της ίδια γεωγραφικής περιοχής και για αυτό το λόγο είναι σχετικά εύκολη η εύρεση της προέλευσης των κεντημάτων. Ωστόσο, δεν ήταν σπάνιες οι αναμίξεις σχεδίων και τεχνικών είτε λόγω γειτνίασης είτε λόγω του εθίμου της προίκας. Πολλές φορές, τα υφάσματα που αποτελούσαν μέρος της προίκας ενός κοριτσιού, ταξίδευαν μαζί με τη νύφη σε καινούργιους τόπους. Τα κεντήματα αυτά αποτελούσαν πρότυπα προς αντιγραφή στις νέες περιοχές. Ένας άλλος παράγοντας που συντέλεσε στη δημιουργία της ποικιλομορφίας της ελληνικής κεντητικής είναι οι πολλές και διαφορετικές πολιτιστικές επιδράσεις που εισήχθησαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. 

Όσον αφορά στη χρονολόγησή τους, τα περισσότερα διασωθέντα δείγματα φαίνεται να χρονολογούνται μεταξύ 18ου και αρχών 19ου αιώνα, ενώ ελάχιστα χρονολογούνται τον 17ο αιώνα. Μερικά δείγματα από την Κρήτη φέρουν επιγραφές με χρονολογία κατασκευής.
Πηγή Εικόνας: Μουσείο Μπενάκη
Νυφικό μαξιλάρι της Σκύρου με παράσταση τριών μνημειακών οικοδομημάτων, πάνω στα οποία εικονίζονται ανθρώπινες μορφές. Tο μεσαίο επιστέφεται από μια μικρογραφική σκηνή γάμου με το ζευγάρι κι ένα μουσικό. 

Οι ποικίλες επιδράσεις που γέννησαν ένα ξεχωριστό ύφος.
Ο Ελληνικός κόσμος βρισκόταν για αιώνες κάτω από την επιρροή του κλασικού πολιτισμού. Ωστόσο, με το πέρασμα των χρόνων η Ελλάδα "μπολιάστηκε" από άλλους πολιτισμούς με αποτέλεσμα τη συνεχή πολιτιστική μετεξέλιξη. Η πρώτη μετεξέλιξη ήταν ο Βυζαντινός πολιτισμός, που ενώ αποτελούσε το φυσικό κληρονόμο του κλασικού κόσμου, εντούτοις ενσωμάτωσε νέες ιδέες και γνώσεις από διάφορες περιοχές και πολιτισμούς, όπως από τους Πέρσες, τους Άραβες, τους Κινέζους κ.ά. Άλλωστε η Ανατολή εμπλούτιζε τη φαντασία από την αρχαιότητα ή και ακόμη παλαιότερα και συνέχισε να προσφέρει διακοσμητικά θέματα και τεχνογνωσία (πχ. το μετάξι) σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου. Μία άλλη ισχυρή επιρροή του Βυζαντίου στον ελληνικό κόσμο ήταν φυσικά και η επιβολή και εξάπλωση του Χριστιανισμού ως επίσημη θρησκεία.

Οι δυτικές επιρροές εμφανίζονται από την περίοδο της Φραγκοκρατίας και μετά (1024 μ.Χ). Από τις αρχές του 13ου αιώνα τόσο η Ηπειρωτική Ελλάδα όσο και τα νησιά κατακτήθηκαν από μια σειρά κατακτητών με διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο, για παράδειγμα από τους σταυροφόρους Φράγκους, τους Γενουάτες, του Βενετούς, του Νορμανδους, του Καταλανούς, του Μαμελούκους Άραβες της Αιγύπτου και άλλους. Για παράδειγμα, τα νησιά του Ιονίου ανήκαν τον 12ο αιώνα στο Νορμανδό βασιλιά της Σικελίας, στη συνέχεια πέρασαν στη Βυζαντινή αυτοκρατορία και στον Βούλγαρο τύραννο της Ηπείρου και τελικά στους Βένετους στην κυριαρχία των οποίων παρέμειναν μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα. Οι Κυκλάδες βρίσκονταν για πολύ καιρό κάτω από την κυριαρχία του δουκάτου της Νάξου το οποίο ιδρύθηκε από τον Marino Sanudo το 1207. Η Κρήτη πωλήθηκε στους Βένετους το 1204 και διοικούνταν από αυτούς μέχρι το 1669 όπου οι Τούρκοι την κατέλαβαν. Η Ρόδος είχε κατακτηθεί από τους Ιππότες του Αγίου Ιωάννη το 1523.

Μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα οι Οθωμανοί Τούρκοι κατέκτησαν την Ελλάδα και τα Βαλκάνια, εκτός από τα Ιόνια νησιά, φτάνοντας μέχρι και τα τείχη της Βιέννης. Κατά περίεργο τρόπο, τα νησιά του Ιονίου και του Β. Αιγαίου έχουν τις περισσότερες τουρκικές επιρροές στα χρώματα και στα σχέδια. Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κατάκτησης, πολλές Ηπειρωτικές και νησιωτικές περιοχές της Ελλάδας κατοικήθηκαν από Σλάβους και Αλβανούς ενώ συνεχείς ήταν και οι επιρροές από Ευρωπαϊκούς λαούς, όπως από Γάλλους, Άγγλους, Ιταλούς και Ρώσους. 

Οι ποικίλες πολιτιστικές επιρροές εισήγαγαν στον ελληνικό χώρο νέες τεχνολογίες και μόδες, στοιχεία που αφομοιώνονταν σταδιακά και ζυμώνονταν με τις τοπικές παραδόσεις. Το αποτέλεσμα ήταν η γέννηση πολλών και διαφορετικών τύπων κεντήματος. Παρά τις διαφορές τους, τα εργόχειρα έχουν σημαντικά κοινά στοιχεία, όπως την απλότητα και την αμεσότητα του σχεδίου καθώς και την υψηλή ποιότητα που δηλώνει αντίστοιχα υψηλό βαθμό δεξιοτεχνίας και γνώσης. Σε πολλές περιπτώσεις διακρίνονται τα ξενόφερτα στοιχεία. Για παράδειγμα, σε κάποια κεντήματα αναγνωρίζονται τουρκικά μοτίβα παρμένα από τα κεραμικά, τα πλακάκια και τα υφάσματα της Μέσης Ανατολής ενώ σε άλλα κεντήματα διακρίνονται ιταλικές επιρροές στη χρήση των γροτέσκ στοιχείων και των ελικοειδών μοτίβων.

Τα σχέδια μεταφέρονταν από γενιά σε γενιά, καθώς τα νέα κορίτσια αντέγραφαν την προίκα της μητέρας και της γιαγιάς. Ωστόσο, δεν έχουν βρεθεί δείγματα εκμάθησης (samplers) αν και μερικά κεντήματα φαίνονται ότι έχουν κεντηθεί από μαθητευόμενες κεντήστρες. Η αντιγραφή, πολλές φορές γινόταν αδέξια και χωρίς να κατανοείται η σημασία των συμβόλων, και ως εκ τούτου βοηθούσε στην τροποποίηση των μοτίβων. Από την άλλη μεριά, ένα κορίτσι μπορούσε να βελτιώνει τα σχέδια και τα χρώματα. Σε περίπτωση που μία νύφη ταξίδευε με την προίκα της σε άλλη περιοχή, οι κόρες της θα αντέγραφαν αφενός τα δικά της σχέδια αφετέρου θα ενσωμάτωναν διάφορα σχέδια από τη νέα τους πατρίδα.

Το νεοελληνικό κέντημα επηρεάστηκε λοιπόν από τις τοπικές παραδόσεις (ήθη, έθιμα, συνήθειες), τις τοπικές συνθήκες (προσβασιμότητα, γειτνίαση, εμπόριο) αλλά και από μια σειρά εξωτερικών επιδράσεων που αναπόφευκτα εμφανίστηκαν σε μια περιοχή που βρίσκεται στο μεταίχμιο ανατολής και δύσης. Είναι ωστόσο, εντυπωσιακό το γεγονός ότι παρά τις ισχυρές εξωτερικές πολιτιστικές επιρροές μπόρεσε να δημιουργηθεί ένα ξεχωριστό, ιδιότυπο στυλ. 

Οι πρώτες μελέτες πάνω στα νεοελληνικά κεντήματα 
Μέχρι τις αρχές του 1900 δεν είχε γίνει καμία σοβαρή έρευνα πάνω στην ελληνική κεντητική και στην ιστορία της, μέχρι δηλαδή την περίοδο που οι Wace και Dawkins, της Βρετανικής σχολής της Αθήνας, άρχισαν να δείχνουν ενδιαφέρον για τα ελληνικά κεντήματα και να επισκέπτονται πολλά νησιά από κοντά. Ο σκοπός τους ήταν η συλλογή διαφόρων δειγμάτων, η πιθανή συσχέτιση συγκεκριμένων σχεδίων με συγκεκριμένες περιοχές, και η διερεύνηση των ηθών και των εθίμων που συνέβαλλαν στη γέννηση της πλούσιας αυτής λαϊκής τέχνης. Το μεγαλύτερο μέρος των κεντημάτων που είναι διαθέσιμο αυτήν τη στιγμή προς μελέτη έχει συλλεχθεί από τους συγκεκριμένου ερευνητές αλλά και από άλλους που σχετίζονται με τη Βρετανική Αρχαιολογική σχολή της Αθήνας (Kendrick, σελ, 30).

Οι Wace και Dawkins επιχείρησαν να εντοπίσουν συστηματικά τους τύπους που σχετίζονταν με το κάθε νησί και δημιούργησαν αντίστοιχες συλλογές μεγάλης ιστορικής αξίας. Δυστυχώς, είχαν περάσει πολλά χρόνια από την εποχή που η τέχνη ήταν ζωντανή και ως εκ τούτου η μελέτη τους δεν μπόρεσε να τεκμηριωθεί επαρκώς. Σύμφωνα με τον Hauser, την εποχή που ξεκίνησε η έρευνα, η κεντητική παράδοση είχε σβήσει ως πρακτική ενώ σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και ως ανάμνηση. Οι ίδιοι οι Wace και Dawkins υποστήριξαν ότι ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστούν αξιόπιστες πληροφορίες καθώς ελάχιστοι Ευρωπαίοι ταξιδιώτες είχαν προσέξει μέχρι τότε τα συγκεκριμένα εργόχειρα. Στην Κάρπαθο ο Dawkins εντόπισε μερικά χωριά στα βόρεια του νησιού και μακριά από το λιμάνι, όπου οι γυναίκες συνέχιζαν να φορούν τις τοπικές ενδυμασίες. Στην Ελλάδα όπως και σε άλλες χώρες, η επίδραση της βιομηχανοποίησης που ακολούθησε την ανεξαρτητοποίηση της, οδήγησε στην εξαφάνιση της τοπικής χειροτεχνικής παραγωγής.  Οι νέοι άντρες είχαν αρχίσει να αναζητούν εργασία στην Ηπειρωτική Ελλάδα, ακόμη και στην Αίγυπτο και στην Τουρκία. Συχνά επέστρεφαν στους τόπους τους της διάρκεια χειμώνα ενώ μετά το όργωμα έφευγαν, αφήνοντας την καλλιέργεια και τη συγκομιδή στις γυναίκες, στα παιδιά και στους ηλικιωμένους. Αναπόφευκτα, αρκετές οικογένειες μετανάστευσαν μόνιμα στα αστικά κέντρα εγκαταλείποντας τα σπίτια και τα χωράφια τους. Παρόλο που οι Wace και Dawkins δεν μπόρεσαν να τεκμηριώσουν τους διάφορους τύπους κεντήματος ανά περιοχή, μπόρεσαν ωστόσο να βελτιώσουν την προηγούμενη κατηγοριοποίηση που χρησιμοποιούσαν οι έμποροι και να κατηγοριοποιήσουν τα κεντήματα στους παρακάτω τύπους, ανάλογα με την γεωγραφική προέλευσή τους. 
  • Στα κεντήματα της Ηπείρου και των Ιόνιων νήσων,
  • της Κρήτης,
  • των Κυκλάδων,
  • των βόρειων Σποράδων,
  • των Σκύρου και των νησιών του βόρειου Αιγαίου,
  • των Δωδεκανήσων,
  • της Κύπρου
Τα νησιά Αστυπάλαια, Αμοργός και Πάτμος θεωρήθηκαν ότι βρίσκονται ανάμεσα στις Κυκλάδες και τις Βόρειες Σποράδες. Τα νησιά Πάρος, Τήνος και Σάμος κατηγοριοποιήθηκαν στην ομάδα των Βόρειων νησιών ενώ σε αυτά τα νησιά παρατηρήθηκε ότι ομιλείται η διάλεκτος των νησιών του Β. Αιγαίου. Σημειώνεται ότι οι Wace και Dawkins, παρατήρησαν μια συσχέτιση μεταξύ των τοπικών γλωσσικών διαλέκτων, της τοπική αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας με το τοπικό στυλ κεντήματος.

Βέβαια, τα όρια μεταξύ των περιοχών και των τύπων δεν ήταν απόλυτα και εντελώς στεγανά. Για παράδειγμα τα σχέδια των κεντημάτων της Πάρου κατηγοριοποιούνταν στην ομάδα των νησιών του Β. Αιγαίου και όχι των Κυκλάδων. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι οι κάτοικοι της Πάρου μιλούσαν τη διάλεκτο των Β. Νησιών. Τόσο η διάλεκτος όσο και το κέντημα, μπορεί να αποκαλύπτουν μερικά άγνωστα ιστορικά γεγονότα. Ενδέχεται για παράδειγμα το νησί να ήταν ερημωμένο και να κατοικήθηκε από νησιώτες του Β. Αιγαίου. Ένα άλλο παράδειγμα είναι τα Δωδεκάνησα που αλληλοεπηρεάζονταν μεταξύ τους δημιουργώντας ένα συνεκτικό στυλ. Ωστόσο, είχαν επικοινωνία και με τα νησιά των ανατολικών Κυκλάδων.

Ένας άλλος παράγοντας εκτός από τη γειτνίαση που ενθάρρυνε την ανταλλαγή γνώσεων και σχεδίων ήταν ο γάμος μεταξύ ανθρώπων από διαφορετικές περιοχές. Τα κορίτσια αντέγραφαν τα σχέδια από τις γιαγιάδες και μαμάδες τους για να φτιάξουν την προίκα τους. Σε περίπτωση γάμου σε άλλη περιοχή κουβαλούσαν μαζί τους και την προίκα τους, η οποία με τη σειρά της αποτελούσε πηγή έμπνευσης για τις γυναίκες του τόπου.

Είναι βέβαιο ότι κάθε μεγάλο νησί χρησιμοποιούσε ιδιαίτερα μοτίβα και χρώματα, που ωστόσο τροποποιούνταν έπειτα από εξωτερικές επιρροές. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον Γάλλο εξερευνητή Pierre Belon (αναφέρεται στο Hauser, σελ, 256) τον 16ο αιώνα οι κρεβατοκουρτίνες στη Ρόδο (σπερβέρια) είχαν διαφορετικά μοτίβα από αυτές της Κύπρου και της Χίου.

Κατηγοριοποίηση των ελληνικών κεντημάτων 
Σύμφωνα με το Ελένη Πολυχρονιάδη (1980), τα κεντήματα μπορούν να καταταχθούν ανάλογα με την κοινωνική ομάδα που τα δημιούργησε στις εξής κατηγορίες:
  • Στα εργόχειρα που κεντήθηκαν από γυναίκες στα πλαίσια της οικιακής οικονομίας. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν κυρίως οι προίκες, τα στολιστικά υφάσματα για το σπίτι, όπως σεντόνια, μαξιλάρια, κουρτίνες, κρεβατόγυροι, πετσέτες καθώς και τα κεντήματα στις ενδυμασίες, δηλαδή στα ποκάμισα, στις ποδιές, στα κεφαλομάντηλα κτλ. 
  • Στα εργόχειρα που κεντήθηκαν από επαγγελματίες τεχνίτες και οργανωμένα εργαστήρια. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν κυρίως τα χρυσοκεντήματα σε φορεσιές και ιερατικά άμφια. 
Τα κεντήματα επίσης κατατάσσονται ανάλογα με τη χρήση τους:
  • Στα στολιστικά του σπιτιού. Αυτό το είδος κεντήματος αναπτύχθηκε κυρίως στα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου, στην Ήπειρο και στη Μικρά Ασία, ενώ απουσιάζει από το μεγαλύτερο μέρος της Ηπειρωτικής Ελλάδας (Μακεδονία, Πελοπόννησο, Θεσσαλία κτλ).  
  • Στα κεντήματα της φορεσιάς. Αυτό το είδος αναπτύχθηκε σε όλη τον ελληνικό κόσμο. 
Υπάρχουν επίσης ενδείξεις (Wace, σελ ix.) ότι μερικά κεντήματα άλλαξαν χρήση και μετατράπηκαν σε εκκλησιαστικά κεντήματα. Αυτό οφείλεται στη θρησκευτική παράδοση της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας να δέχεται αναθήματα και αφιερώματα σε εκκλησίες και μοναστήρια. Στα νησιά, όταν η κεντητική τέχνη σταμάτησε να εξασκείται και τα κεντήματα άρχισαν να σπανίζουν, οι ιερείς χρησιμοποιούσαν τα αναθήματα ως άμφια ή για την ένδυση της Αγίας Τράπεζας. Στην Αμοργό υπήρχε ένα φθαρμένο εκκλησιαστικό κέντημα προερχόμενο από ναξιακή κρεβατοκουρτίνα και την οποία ο φύλακας της εκκλησίας για λόγους ευσέβειας προτίμησε να βυθίσει στα θάλασσα παρά να πουλήσει (Wace, σελ ix.). 

Τέλος τα κεντήματα κατατάσσονται ανάλογα με την τεχνική κατασκευής στις εξής κατηγορίες:
  • Στα μετρητά ή ξομπλιαστά. Στα κεντήματα αυτού του τύπου οι ίνες του υφάσματος πρέπει να είναι ευδιάκριτες έτσι ώστε να μπορούν να μετρηθούν. Για τα μετρητά κεντήματα έχουν επινοηθεί αντίστοιχες βελονιές όπως η σταυροβελονιά, η ροδίτικη βελονιά, η ρεθυμνιώτικη, η μπακλαβαδωτή σκυριανή και άλλες.
  • Στα γραφτά. Στα κεντήματα αυτού του τύπου, τα θέματα σχεδιάζονται ελεύθερα πάνω στο ύφασμα. Στη συνέχεια κεντιέται το περίγραμμα και/ή το εσωτερικό των σχεδίων. Τυπικές βελονιές που χρησιμοποιούνται είναι η ριζοβελονιά, η πισωβελονιά, η βυζαντινή, η αλυσιδοβελονιά, η πλακέ και πολλές άλλες. 
  • Τα χυτά ή φιλ-τιρέ. Στα κεντήματα αυτού του τύπου οι γυναίκες ξεφτούσαν μερικές κλωστές του υφάσματος και στη συνέχεια τις κεντούσαν δημιουργώντας ένα είδος δαντέλας. Η συγκεκριμένη τεχνική είναι επηρεασμένη από την ευρωπαική δαντέλα. 

Ήθη και έθιμα 
Μόλις ένα κορίτσι ήταν σε θέση να πιάνει στα χέρια του βελόνα και κλωστή ξεκινούσε να διδάσκεται τις βελονιές που επικρατούσαν στο νησί. Όσον αφορά στα σχέδια, αυτά περνούσαν από γενιά σε γενιά, δηλαδή αντιγράφονταν από την προίκα της γιαγιάς και της μητέρας. Όταν το κορίτσι έφτανε σε ηλικία γάμου θα έπρεπε να διαθέτει δύο σειρές κρεβατόγυρων και κρεβατοκουρτίνων, αρκετές μαξιλαροθήκες και πετσέτες, καθώς και την προσωπική της ενδυμασία. Στις Κυκλάδες οι γυναίκες έπρεπε να έχουν τουλάχιστον δύο ενδυμασίες, μία επίσημη για το γάμο και τις γιορτές και μία καθημερινή, ενώ για το κρεβάτι έπρεπε να διαθέτουν μία κουρτίνα, ένα ζεύγος κρεβατόγυρων και δύο μαξιλαροθήκες. Ο αριθμός και η ποιότητα των κεντημάτων καθόριζε σημαντικά και την αξιοσύνη της νύφης. Τα κορίτσια εκτός από τη προίκα που κατασκεύαζαν μόνες τους, κληρονομούσαν και μέρος της προίκας της μητέρας τους. Επίσης αν ο σύζυγος δεν είχε αδερφές, η νύφη έπαιρνε και την προίκα της πεθεράς. Περιστασιακά, μπορεί η κόρη να ολοκλήρωνε ή να βελτίωσε ένα εργόχειρο που ανήκε στη μητέρα της, για παράδειγμα μια κρεβατοκουρτίνα, που εκείνη δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει.

Τα κεντήματα του κρεβατιού δεν ήταν ίδια σε όλες τις περιοχές αλλά διαφοροποιούνταν ανάλογα με την περιοχή, τις συνήθειες και τη διαρρύθμιση του χώρου. Οι νησιωτικές κατοικίες αποτελούνταν συνήθως από ένα μακρύ δωμάτιο. Στη μία άκρη υπήρχε η κουζίνα, στη μέση το καθιστικό και στην άλλη άκρη ο χώρος του ύπνου. Ο χώρος του ύπνου ενίοτε διαιρούνταν στη μέση. Στο πρώτο μισό κατασκευαζόνταν μια κτιστή ντουλάπα και στο υπόλοιπο σχηματιζόταν μια εσοχή. Στην εσοχή κατασκευαζόνταν μια ξύλινη πλατφόρμα (περίπου 1 μέτρο απόσταση από το δάπεδο). Στην πλατφόρμα στερεώνονταν ο κρεβατόγυρος, με την κεντημένη λωρίδα να κρέμεται ελεύθερα μέχρι το δάπεδο. Το στρώμα και τα κλινοσκεπάσματα τοποθετούνταν πάνω από τον κρεβατόγυρο. Τέλος ένα κεντημένο κάλυμμα σκέπαζε το κρεβάτι ενώ τοποθετούνταν και διάφορα μεγάλα και μικρά μαξιλάρια. Καθώς ο χώρος ήταν ενιαίος και προκειμένου να εξασφαλίζεται η ιδιωτικότητα του ζευγαριού χρησιμοποιούνταν κουρτίνες. Οι κουρτίνες κρέμονταν από ένα ξύλινο πλαίσιο στην κορυφή της εσοχής, συχνά μαζί με μία πετσέτα. 

Σε απλούστερες κατοικίες το κρεβάτι αποτελούσε ένα ράφι ή μία κουκέτα. Ο υποκείμενος χώρος χρησιμοποιούνταν για την τοποθέτηση ενός μπαούλου. Σε μερικά νησιά η πλατφόρμα του κρεβατιού καταλάμβανε ολόκληρη την μικρή πλευρά του μακρόστενου δωματίου, συχνά υπήρχαν κιγκλιδώματα ενώ η πρόσβαση γινόταν με σκαλοπάτια.

Στη Ρόδο αντί μιας απλής κουρτίνας που κάλυπτε τη μία πλευρά του κρεβατιού, χρησιμοποιούνταν μια περιμετρική κουρτίνα σε σχήμα καμπάνας, το σπερβέρι. Τα λιγότερο ακριβά σπερβέρια είχαν για είσοδο μια μεγάλη σχισμή μεταξύ δύο λωρίδων. Τα ακριβότερα είχαν ένα άνοιγμα με περιμετρικό κέντημα που έμοιαζε με οξυκόρυφη θύρα.

Στην Σκύρο, οι κατοικίες είχαν μεγάλο ύψος και έτσι η κρεβατοκάμαρα κατασκευαζόταν σαν εσωτερικό μπαλκόνι ενώ η πρόσβαση γίνονταν μέσω σκάλας. Τα στρώματα ήταν απλωμένα κατά μήκος του μπαλκονιού. Λόγω της μορφής του χώρου του ύπνου δεν χρησιμοποιούνταν ούτε κουρτίνες ούτε κρεβατόγυροι. Η μόνη διακόσμηση ήταν το κάλυμμα και τα μαξιλάρια. 

Το μεγαλύτερο μέρος των κεντημάτων που έχουν διασωθεί αφορούν είτε στο νυφικό κρεβάτι είτε στην ενδυμασία. Εκτός από την Κρήτη όλες οι παραδοσιακές ελληνικές ενδυμασίες έχουν χαρακτήρα που μοιάζει με τις ενδυμασίες της Εγγύς Ανατολής. Το βασικό ένδυμα είναι το ποκάμισο, το οποίο ήταν ένα μακρύ εσώρουχο με μακριά μανίκια. Το πλάτος και το μήκος του μανικιού διέφερε αισθητά από νησί σε νησί. Η κεντημένη διακόσμηση γίνονταν στα τμήματα που θα ήταν εμφανή δηλαδή στην κατώτερη ζώνη περιμετρικά του ποκαμίσου, χαμηλά στα μανίκια και στο λαιμό. Ωστόσο και σε αυτό υπήρχαν παραλλαγές. Για παράδειγμα στην Αστυπάλαια  οι ώμοι και το σώμα του μανικιού ήταν κεντημένα με ρίγες και κυκλικά μοτίβα (medallions). Πάνω από το ποκάμισο φοριόνταν μια φούστα με τιράντες στους ώμους. Το μήκος της φούστας ήταν μικρότερο από αυτό του πουκάμισου για να μην κρύβεται το κέντημα του πουκάμισου. Στα πόδια φοριόνταν λευκές μάλλινες κάλτσες και μαλακές παντόφλες και στο κεφάλι κεφαλόδεσμος. Τις κρύες μέρες φοριόνταν είτε μια εφαρμοστή ζακέτα χωρίς μανίκια (κεντημένη ή διακοσμημένη με γούνα γύρω από το λαιμό και τα μανίκια) είτε μία ζακέτα 3/4 με μανίκια διακοσμημένη με κέντημα.  

Στην Κρήτη η τοπική ενδυμασία ήταν σχετικά διαφορετική ενδεχόμενα λόγω των ιταλικών επιρροών. Στην Κρητική ενδυμασία το κέντημα περιοριζόταν σε μια πλατιά λωρίδα στη φούστα, χρησιμοποιούνταν μεταξωτές κλωστές ενώ τα σχέδια ήταν τυπικά κρητικά δηλαδή έλικες, γοργόνες και διάσπαρτα πουλιά. Το κέντημα ήταν είτε μονόχρωμο με κόκκινη ή μπλε κλωστή είτε πολύχρωμο με κίτρινες, πράσινες, καφέ, ροζ, κόκκινες, μπλε και λευκές κλωστές. Η φουστα φοριόνταν πάνω από ένα φόρεμα με μανίκια. Ένα κεντημένο κομμάτι που χρονολογείται το 1697 και βρίσκεται στο metropolitan musem της Νέας Υόρκης αποτελεί τμήμα από μια τέτοια κρητική φούστα. 

Πρώτες ύλες
Στην Ελλάδα καλλιεργούνταν το βαμβάκι, το λινάρι και το μετάξι και ως εκ τούτου τα υφάσματα ήταν βαμβακερά, λινά και μεταξωτά. Τα νησιά μέχρι τον 19ο αιώνα βρίσκονταν εκτός των βασικών εμπορικών δρόμων και κατά συνέπεια η οικονομία τους έπρεπε να είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτάρκης και ανεξάρτητη από το εμπόριο. Η γεωμορφολογία πολλών νησιών δεν ήταν ευνοϊκή για καλλιέργειες καθώς τα εδάφη ήταν άγονα και πετρώδη. Ωστόσο, στα μεγαλύτερα νησιά η ενδοχώρα ήταν γεμάτη με ελιές και πεύκα ενώ υπήρχε και νερό που κατέβαινε από τις κορυφές των βουνών προς τη θάλασσα. Σε αυτές τις κοιλάδες οι ντόπιοι καλλιεργούσαν βαμβάκι και λινάρι, συνέλεγαν φυτά με τα οποία έφτιαχναν τις βαφές (το ιντιγκο εισάγονταν από την ανατολή), καλλιεργούσαν τους μεταξοσκώληκες και είχαν κοπάδια ζώων από τα οποία έπαιρναν το μαλλί.
΄
Όσον αφορά στο μετάξι, η παραγωγή του ήταν σημαντική καθώς αποτελούσε εμπορεύσιμο και εξαγώγιμο προϊόν. Ότι περίσσευε χρησιμοποιούνταν για τις τοπικές ανάγκες και το κέντημα της προίκας. Τα μεταξονήματα τα έβαφαν οι γυναίκες με φυτικές βαφές ενώ στο κέντημα χρησιμοποιούσαν ενίοτε και χρυσά ή αργυρά νήματα.  

Το τέλος της ελληνικής κεντητικής τέχνης
Από τις αρχές του 19ου αιώνα (και ιδίως μετά το 1821 λόγω του πολέμου) η παραγωγή μεταξιού άρχισε να παρακμάζει. Οι γυναίκες δεν είχαν στη διάθεσή τους τις πολύτιμες πρώτες ύλες αλλά ούτε και τις οικονομικές δυνατότητες να τις αγοράσουν και έτσι η κεντητική τέχνη σταδιακά έσβησε. Σημαντικό ρόλο έπαιξε φυσικά και η βιομηχανική επανάσταση, δηλαδή η επαφή με τις βιομηχανικές μεθόδους παραγωγής και τα φτηνά βιομηχανικά προϊόντα.

Οι Wace και Dawkins (ερευνητές της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής) υποστήριξαν ότι η τέχνη είχε εξαφανιστεί ήδη από τον 19ο αιώνα αν και υπήρχαν μερικά απομακρυσμένα νησιά, όπως η Αστυπάλαια, η Τήλος και η Νίσυρος, στα οποία διατηρήθηκε περισσότερο χρόνο. Περαιτέρω, υποστήριξαν ότι κατά τη διάρκεια της Τουρκικής κατάκτησης ο ελληνικός κόσμος παρέμενε απομονωμένος και μακριά από τις επιδράσεις του βιομηχανοποιημένου κόσμου. Η πτώση των χειροτεχνιών φαίνεται να άρχισε στα τέλη του 18ου αιώνα. Για παράδειγμα στις Κυκλάδες οι γυναίκες σταμάτησαν να φορούν τις παραδοσιακές ενδυμασίες, που ήταν κατασκευασμένες με τα ίδια τους τα χέρια και με τοπικά υλικά, προς χάριν των ιταλικών και γαλλικών μπροκάρ υφασμάτων.

Στις αρχές του 19ου αιώνα οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι έπληξαν τους εμπόρους του Λεβάντε και περίπου την ίδια εποχή η ανακάλυψη του μηχανοκίνητου αργαλειού στη Δύση άρχισε να παράγει οικονομικά προϊόντα που ανταγωνιζόταν την αγορά των χειροποίητων, μεταξωτών του Λεβάντε. Τότε οι νησιώτες σταμάτησαν την καλλιέργεια του μεταξιού επειδή δεν υπήρχαν αγοραστές, έκοψαν τις μουριές και φύτεψαν συκιές και αμυγδαλιές και ως εκ τούτου σταμάτησαν και τη χρήση μεταξονημάτων.

Οι Wace και Dawkins (1914, σελ x) επισημαίνουν τέσσερις παράγοντες που συντέλεσαν στην καταστροφή των εργοχείρων: την μετατροπή σε εκκλησιαστικά αντικείμενα, την προίκα, τη φυσική φθορά και τους έμπορους. Όσον αφορά στην προίκα, ο Dawkins επισημαίνει ότι μία μητέρα μπορούσε να κόψει σε περισσότερα τεμάχια ένα ολοκληρωμένο εργόχειρο προκειμένου να το μοιράσει δίκαια στις θυγατέρες της. Για  παράδειγμα, στην Κώ υπάρχει το 1/3 μιας κρεβατοκουρτίνας, την οποία η μητέρα έκοψε σε τρία κομμάτια για τις τρεις κόρες. Γενικά οι κρεβατοκουρτίνες και οι κρεβατόγυροι, καθώς ήταν μεγάλες σε μέγεθος, κόβονταν σε μικρότερα τεμάχια. Υπάρχει ένα άλλο παράδειγμα όπου μία κρεβατοκουρτίνα τεμαχίστηκε για να δημιουργηθεί ένα ζευγάρι των κρεβατόγυρων και δύο μαξιλάρια.


Βιβλιογραφία



1 σχόλιο:

  1. Εξαιρετικό άρθρο! Το διάβασα με μία ανάσα.
    Συγχαρητήρια και για το άρθρο αλλά και για ολόκληρο τον ιστότοπό σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή